ΓΔ: 2273.73 -0.09% Τζίρος: 240.03 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:03
Συμβούλιο της Επικρατείας
Επιγραφή στην είσοδο του Συμβουλίου της Επικρατείας στην Αθήνα.

Το ΣτΕ «κλείδωσε» την πενταετή παραγραφή των τραπεζικών καταθέσεων

Σύμφωνα με νέα απόφαση του ΣτΕ, οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», κλειδώνοντας οριστικά την πενταετή παραγραφή φορολογικών ελέγχων.

Κλείδωσε οριστικά είναι η πενταετής περίοδος παραγραφής των κινήσεων των τραπεζικών καταθέσεων, καθώς με νέα απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκρινε ότι δεν μπορούν αν αποτελέσουν «συμπληρωματικά στοιχεία», ούτε στην περίπτωση που είναι ο μοναδικός τρόπος για να αποκαλυφθεί φοροδιαφυγή.

Η απόφαση ενισχύει περαιτέρω τη σταθερή νομολογία που περιορίζει τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να επεκτείνει την παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων με βάση τραπεζικά δεδομένα πέραν την πενταετίας και στο πλαίσιο αυτό, τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του έτους 2019 και των προηγούμενων ετών δεν μπορεί να τις αγγίξει η εφορία.

Η υπόθεση

Η νέα νομολογία του ΣτΕ εκδόθηκε με αφορμή προσφυγή φορολογούμενου, στο οποίο είχαν καταλογιστεί φόροι ύψους 400.000 ευρώ συν πρόστιμα και προσαυξήσεις, μετά από φορολογικό έλεγχο του ΣΔΟΕ και στους τραπεζικούς του λογαριασμούς,  μετά από άρση τραπεζικού και χρηματιστηριακού απορρήτου.

Ο έλεγχος αφορούσε κινήσεις λογαριασμών σε ελληνικές τράπεζες και χρηματιστηριακές εταιρείες, με στόχο την ανίχνευση μη δηλωθέντων εισοδημάτων.

Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν τμηματικά από το 2008 έως το 2014 οδήγησαν σε εκτεταμένες διαπιστώσεις περί «απόκρυψης φορολογητέας ύλης», η οποία, σύμφωνα με την έκθεση του ΣΔΟΕ, προερχόταν από δραστηριότητες σχετικές με διαχείριση δικαιωμάτων αθλητών και αγοραπωλησίες τηλεοπτικών δικαιωμάτων.

Η τακτική της ΑΑΔΕ

Οι φοροελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ επιχείρησαν να παρακάμψουν την πενταετή προθεσμία της παραγραφής των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, η οποία έχει κατοχυρωθεί με προγενέστερες αποφάσεις του ΣτΕ.

Υποστήριξαν πως, οι συγκεκριμένες κινήσεις των καταθέσεων, αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» καθώς τα αρχικά στοιχεία που ελήφθησαν εντός της πενταετίας ήταν ελλιπή και επιπλέον, αποκαλύπτουν φορολογικές παραβάσεις, οι οποίες δεν μπορούσαν να εντοπιστούν με άλλη μέθοδο.

Η φορολογική Αρχή ισχυρίστηκε ότι ο έλεγχος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών αλλά και σε στοιχεία «συναλλαγών και εν γένει σχέσεων και δοσοληψιών» με τράπεζες και χρηματιστηριακές εταιρείες, ο συνδυαστικός έλεγχος των οποίων προσέδωσε χαρακτήρα συμπληρωματικών στοιχείων.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά την ΑΑΔΕ, υπάρχει πλήρης βεβαιότητα απόκρυψης φορολογητέας ύλης παρέχουν τα πορίσματα του ελέγχου, τα οποία αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία».

Το Διοικητικό Εφετείο

Πριν η υπόθεση φτάσει στο ΣτΕ, κρίθηκε από το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο επίσης είχε κρίνει ότι οι πράξεις καταλογισμού είχαν εκδοθεί εκπρόθεσμα, καθώς η πενταετής παραγραφή που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας είχε ήδη συμπληρωθεί.

Η ΑΑΔΕ υποστήριξε ότι τα τραπεζικά δεδομένα που περιήλθαν στον έλεγχο μετά την πενταετία αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία», άρα η παραγραφή έπρεπε να επεκταθεί στη δεκαετία. Το Εφετείο είχε ακυρώσει τις πράξεις για τα έτη 2001–2005 και 2007, κρίνοντας ότι:

  • η πενταετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν την έκδοση των πράξεων (13.8.2015),
  • οι διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις παραγραφής ήταν αντισυνταγματικές,
  • τα τραπεζικά στοιχεία δεν μπορούσαν να θεωρηθούν συμπληρωματικά.

Είχε μάλιστα επισημάνει ότι, αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, «η εμφανιζόμενη ως εξαίρεση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας», δεδομένου ότι σχεδόν όλοι οι φορολογούμενοι διαθέτουν τραπεζικούς λογαριασμούς.

Η ετυμηγορία του ΣτΕ

Κατόπιν το ΣτΕ (1158/2025) έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της ΑΑΔΕ αυτοί αποτελούν, περαιτέρω ερμηνευτικά επιχειρήματα, αφορώντα το αυτό νομικό ζήτημα, τα οποία, μάλιστα, έχουν απορριφθεί, εμμέσως πλην σαφώς, με προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπενθυμίζοντας ότι το ζήτημα έχει ήδη κριθεί νομολογιακά και οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή δεν θεωρούνται συμπληρωματικά στοιχεία που παρατείνουν την παραγραφή.

Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, «οι κινήσεις και τα υπόλοιπα των τηρούμενων στην ημεδαπή τραπεζικών λογαριασμών [...] δεν αποτελούν “συμπληρωματικά στοιχεία”».

Η λογική πίσω από αυτή τη θέση, είναι ότι η φορολογική διοίκηση είχε πάντοτε τη δυνατότητα πρόσβασης στα στοιχεία αυτά εντός της πενταετίας και άρα δεν μπορεί να επικαλείται εκ των υστέρων αδυναμία.

Επίσης το κείμενο της απόφασης υπενθυμίζει ότι το ΣτΕ έχει κρίνει επανειλημμένα πως τέτοια στοιχεία «δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων».

Αναλυτικότερα το ΣτΕ αποσαφήνισε τα ακόλουθα:

  • Το νομικό ζήτημα έχει ήδη λυθεί από παλαιότερες αποφάσεις του ΣτΕ (2934/2017, 173/2018 κ.ά.).
  • Η δεκαετής παραγραφή εφαρμόζεται μόνο όταν προκύπτουν πραγματικά νέα στοιχεία που δεν ήταν προσβάσιμα στη διοίκηση και σε αυτά δεν υπάγονται οι τραπεζικές καταθέσεις.
  • Η ΑΑΔΕ δεν απέδειξε ότι υπήρχαν πραγματικά νέα στοιχεία που δεν μπορούσαν να εντοπιστούν εγκαίρως.
  • Η επίκληση ελλιπών αρχικών τραπεζικών δεδομένων δεν αρκεί για να χαρακτηριστούν τα μεταγενέστερα ως «συμπληρωματικά».
  • Οι ισχυρισμοί περί αντικειμενικής αδυναμίας ελέγχου προβάλλονται απαραδέκτως για πρώτη φορά στη διοικητική δικαιοσύνη.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω, το δικαστήριο κατέληξε ότι η αίτηση της ΑΑΔΕ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Φορολογικός έλεγχος έγγραφων
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με ένα... «κλικ» η ΑΑΔΕ θα ανοίγει τραπεζικούς λογαριασμούς για ελέγχους

Σε πλήρη αυτοματοποίηση περνά η άντληση τραπεζικών στοιχείων από την ΑΑΔΕ μέσω του BANCAPP, με online διασταυρώσεις καταθέσεων, επενδύσεων και συναλλαγών για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων και προσαύξησης περιουσίας.
Φορολογικός έλεγχος έγγραφων
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιχειρηματίας με καταθέσεις 400.000 ευρώ λάμβανε προνοιακό επίδομα

Με χρήση «τεχνικής ανάλυσης ρευστότητας φορολογούμενου» και έλεγχο κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, η ΑΑΔΕ εντόπισε επιχειρηματία, ο οποίος δήλωνε μηδενικά καθαρά κέρδη, ελάμβανε ετήσιο προνοιακό επίδομα ύψους 1.008 ευρώ, αλλά είχε καταθέσεις 400.000 ευρώ.