Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή παρουσιάζει σε ειδικό σημείωμα τη φιλοσοφία και την πρακτική εφαρμογή των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στο πώς το επικαιροποιημένο πλαίσιο επηρεάζει την Ελλάδα, μέσα από συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα.
Οι νέοι κανόνες, που τέθηκαν σε ισχύ το 2024, ορίζουν τα όρια δαπανών και δανεισμού των κρατών-μελών και τη διαχείριση του δημόσιου χρέους. Το ανανεωμένο πλαίσιο είναι απλούστερο και στοχεύει στη διατήρηση της σταθερότητας με παράλληλη ενίσχυση των επενδύσεων και της ανάπτυξης.
Σύμφωνα με το σημείωμα, το βασικό ζητούμενο είναι ο έλεγχος του δημόσιου χρέους μέσω απλών, διαφανών, ειδικών για κάθε χώρα μεσοπρόθεσμων πορειών δαπανών, που προστατεύουν τις επενδύσεις και στηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις.
Το νέο πλαίσιο εισάγει τρεις βασικές αλλαγές:
Πρώτον, δίνεται έμφαση στις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους. Τα όρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ για έλλειμμα (3% του ΑΕΠ) και χρέος (60% του ΑΕΠ) διατηρούνται, ενώ θεσπίζονται νέες δικλείδες για τη σταθερή μείωση του χρέους και τη διασφάλιση περιθωρίων για τα ελλείμματα.
Ειδικότερα, όταν το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ, απαιτείται μέση ετήσια μείωση τουλάχιστον κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, ενώ το διαρθρωτικό ισοζύγιο πρέπει να είναι τουλάχιστον 1,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ καλύτερο από το όριο του 3%. Η βελτίωση του διαρθρωτικού πρωτογενούς ισοζυγίου ορίζεται σε 0,4 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως για τετραετές σχέδιο ή 0,25 για επταετές.
Δεύτερον, κάθε κράτος-μέλος καταρτίζει τετραετές (ή επταετές) δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο που ορίζει την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών, τη μείωση του χρέους και δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.
Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελέγχει αν το σχέδιο εξασφαλίζει πτωτική πορεία του χρέους και ελεγχόμενα ελλείμματα, διαπραγματεύεται και συμφωνεί το πλαίσιο με το κράτος-μέλος. Από τη στιγμή που η πορεία των δαπανών συμφωνείται, γίνεται δεσμευτική.
Καθαρές πρωτογενείς δαπάνες και «Λογαριασμός Ελέγχου»
Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες είναι το κεντρικό μέγεθος των νέων κανόνων και περιλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των πρωτογενών δημόσιων δαπανών (μισθοί, αγαθά, υπηρεσίες, επενδύσεις, κοινωνικές μεταβιβάσεις). Εξαιρούνται:
(α) οι πληρωμές τόκων,
(β) οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από την ΕΕ,
(γ) οι δαπάνες που συγχρηματοδοτούνται από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους,
(δ) τα εφάπαξ ή προσωρινά μέτρα και οι δαπάνες για κυκλική ανεργία.
Οι δαπάνες προσαρμόζονται με βάση τα ενεργητικά φορολογικά μέτρα: μειώσεις φόρων λογίζονται ως επιπλέον δαπάνες, αυξήσεις φόρων ως εξοικονομήσεις.
Το νέο εργαλείο «Λογαριασμός Ελέγχου» συγκρίνει ετησίως τις πραγματικές καθαρές πρωτογενείς δαπάνες με τη συμφωνημένη πορεία. Αν υπάρξουν αποκλίσεις πέραν του 0,3% του ΑΕΠ ανά έτος ή 0,6% σωρευτικά, και δεν δικαιολογούνται από έκτακτες περιστάσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να κινήσει διορθωτική διαδικασία.
Δημιουργία δημοσιονομικού χώρου
Σε αντίθεση με το παλαιό πλαίσιο, η υπέρβαση των στόχων πρωτογενών πλεονασμάτων δεν επιτρέπει πρόσθετες δαπάνες, καθώς αυτό θα παραβίαζε τη συμφωνημένη δημοσιονομική πορεία. Η υπεραπόδοση μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο για μείωση του χρέους ή δημιουργία δημοσιονομικών αποθεμάτων για δύσκολες περιόδους.
Πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος προκύπτει μόνο από μόνιμα μέτρα εσόδων. Μέτρα που αυξάνουν διαρκώς τα έσοδα (όπως διεύρυνση φορολογικής βάσης ή αλλαγή συντελεστών) επιτρέπουν αναθεώρηση των καθαρών δαπανών και νομοθέτηση μόνιμων φοροελαφρύνσεων ή επιπλέον δαπανών.
Εφαρμογή στην Ελλάδα και φοροελαφρύνσεις
Για την Ελλάδα, τα υψηλότερα μόνιμα φορολογικά έσοδα δημιούργησαν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για αναθεώρηση της πορείας των καθαρών δαπανών και νομοθέτηση των μόνιμων φοροελαφρύνσεων που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο.
Ο ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών ήταν -0,2% το 2024, ενώ σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, αναμένεται αύξηση 4,4% το 2025 και 5,7% το 2026.
Η σωρευτική αύξηση την τριετία 2024-2026 ευθυγραμμίζεται με τη σύσταση του Συμβουλίου για αύξηση 9,9%. Παρά την υπέρβαση για το 2025, η συνολική εξέλιξη παραμένει εντός των ορίων, καθώς το 2024 υπήρξε μείωση και ο «Λογαριασμός Ελέγχου» εμφανίζει αρνητικό σωρευτικό υπόλοιπο (-0,3% του ΑΕΠ το 2026).
Όπως σημειώνεται στο αναλυτικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, μεγάλο μέρος της μόνιμης φορολογικής ελάφρυνσης που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ του 2025 χρηματοδοτείται από ενεργητικά μέτρα πολιτικής στα έσοδα του 2024 και από την αρχική υποεκτέλεση των καθαρών δαπανών, διασφαλίζοντας τη συμφωνημένη πορεία και τη βιωσιμότητα του χρέους.
Το πλήρες αναλυτικό σημείωμα είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στη διαδρομή Δημοσιεύσεις - Άλλες εκθέσεις.