Η προσωρινή συμφωνία ειρήνευσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αλλάζει το κλίμα στις διεθνείς αγορές, με αρκετούς μεγάλους επενδυτικούς οίκους να αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τις ευρωπαϊκές μετοχές έως το τέλος του 2026.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και η σημαντική υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου έχουν βελτιώσει τις προοπτικές για τις ευρωπαϊκές αγορές, μειώνοντας έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους που απειλούσαν την ανάπτυξη και την εταιρική κερδοφορία.
Οι Goldman Sachs, Barclays και Societe Generale συγκαταλέγονται μεταξύ των οίκων που αναθεώρησαν ανοδικά τους στόχους τους για τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx Europe 600. Η μέση εκτίμηση των αναλυτών τοποθετεί τον δείκτη στις 640 μονάδες έως το τέλος του επόμενου έτους, επίπεδο που αντιστοιχεί στα πρόσφατα ιστορικά υψηλά.
Παρά την ανάκαμψη, αρκετοί στρατηγικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι μεγάλο μέρος της αγοράς εξακολουθεί να υπολείπεται των επιπέδων που καταγράφονταν πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Αυτό δημιουργεί, όπως υποστηρίζουν, σημαντικά περιθώρια για μια δεύτερη φάση ανόδου, με τους επενδυτές να μετακινούνται από τους ήδη υπεραποδοτικούς κλάδους προς μετοχές που έχουν μείνει πίσω.
Κεντρικό ρόλο στις θετικές προβλέψεις εξακολουθεί να διαδραματίζει η τεχνητή νοημοσύνη. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι υψηλές επενδύσεις σε υποδομές AI και η συνεχιζόμενη αύξηση των εταιρικών κερδών θα συνεχίσουν να στηρίζουν την αγορά τα επόμενα χρόνια.
Η υποχώρηση του Brent στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο θεωρείται επίσης κρίσιμος παράγοντας. Η αποκλιμάκωση των ενεργειακών πιέσεων μειώνει τον κίνδυνο νέων αυξήσεων επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες, προσφέροντας μεγαλύτερη στήριξη στις αγορές μετοχών.
Η Barclays συγκαταλέγεται στους πιο αισιόδοξους οίκους, αυξάνοντας τον στόχο της για τον Stoxx 600 στις 670 μονάδες. Οι αναλυτές της συνεχίζουν να προτιμούν τις εταιρείες που επωφελούνται από την έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και τον τραπεζικό κλάδο, ενώ βλέπουν σημαντικές ευκαιρίες ανάκαμψης και στις καταναλωτικές μετοχές, ιδιαίτερα στον τομέα της πολυτέλειας.
Ανάλογη είναι η στάση της Goldman Sachs, η οποία προκρίνει επενδύσεις σε τεχνολογία, τράπεζες, άμυνα, αεροδιαστημική και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενώ εμφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι στις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις χημικές εταιρείες λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού από την Κίνα.
Παρά τη βελτίωση του κλίματος, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις. Η Societe Generale προειδοποιεί ότι το δεύτερο εξάμηνο μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολο για τις ευρωπαϊκές μετοχές, καθώς ενδέχεται να αναζωπυρωθούν οι εμπορικές εντάσεις ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών.
Ταυτόχρονα, έρευνα της Bank of America δείχνει ότι οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί για τη βραχυπρόθεσμη πορεία των αγορών. Ωστόσο, η μεγάλη πλειονότητα εξακολουθεί να αναμένει θετικές αποδόσεις σε ορίζοντα ενός έτους, στηριζόμενη στις προσδοκίες για ισχυρή αύξηση των εταιρικών κερδών.
Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για άνοδο της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων κατά 14% το 2026 και κατά ακόμη 9% το 2027, ενισχύοντας το αισιόδοξο σενάριο για τη συνέχεια.
Για το 2026, μετά την αύξηση 7% των κερδών στο πρώτο τρίμηνο, οι αναλυτές αναμένουν επιτάχυνση στο 13% το δεύτερο τρίμηνο, και 16% στο τρίτο ενώ θα φτάσει στο 23% το τέταρτο.
Ωστόσο, ο στρατηγικός αναλυτής της UBS, Τζέρι Φάουλερ, προειδοποιεί ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται να σηματοδοτεί την κορύφωση των αναβαθμίσεων κερδοφορίας για τον ενεργειακό κλάδο, που αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης των ευρωπαϊκών κερδών.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η πιθανή μείωση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τις προοπτικές των τραπεζών, με την Ευρώπη να παραμένει ευάλωτη σε υποβαθμίσεις εκτιμήσεων, κάτι που δυσκολεύει τη διατήρηση θετικής δυναμικής στις αγορές.