Το αριστούργημα του Πάμπλο Πικάσο, η Γκερνίκα, το εμβληματικό έργο που αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο ειρήνης και εκτίθεται στο Μουσείο Ρέινα Σοφία της Μαδρίτης, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έντονης πολιτιστικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Χώρα των Βάσκων ζητά τη μεταφορά του πίνακα, ενώ η περιφέρεια της Μαδρίτης και η κεντρική κυβέρνηση αντιδρούν.
Ο πίνακας, διαστάσεων 7,8 επί 3,5 μέτρων, φιλοτεχνήθηκε από τον Πικάσο λίγο μετά τον βομβαρδισμό της βασκικής πόλης Γκερνίκα από τους Ναζί το 1937. Από τότε, η Χώρα των Βάσκων διεκδικεί επανειλημμένα την επιστροφή του έργου στη γενέτειρα της τραγωδίας που ενέπνευσε τη δημιουργία του.
Στα τέλη Μαρτίου, ο πρόεδρος της Χώρας των Βάσκων Ιμανόλ Πραντάλες επανέλαβε το αίτημα σε συνομιλία του με τον πρωθυπουργό, προτείνοντας να εκτεθεί ο πίνακας στο Μουσείο Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο. Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από τον βομβαρδισμό, τόνισε πως ζητά «την προσωρινή μεταφορά (…) εν είδει αποζημίωσης και ιστορικής μνήμης».
Το υπουργείο Πολιτισμού ανέθεσε στο Μουσείο Ρέινα Σοφία τη σύνταξη έκθεσης για το ζήτημα. Η έκθεση κατέληξε αποτρεπτικά απέναντι σε οποιαδήποτε μετακίνηση του πίνακα, επικαλούμενη λόγους συντήρησης και ασφάλειας του έργου.
Αντιδράσεις από τη Μαδρίτη
Η αντιπαράθεση πήρε πολιτικές διαστάσεις όταν παρενέβη η πρόεδρος της περιφέρειας της Μαδρίτης, Ισαμπέλ Ντίαθ Αγιούσο, υψηλόβαθμο στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος. Υπερασπιζόμενη την παραμονή της Γκερνίκα στο Ρέινα Σοφία, χαρακτήρισε «χωριατιά» την πρόταση των Βάσκων, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.
Η Αγιούσο σχολίασε ειρωνικά ότι «επικαλούμαστε την προέλευση των πραγμάτων όποτε μας βολεύει; Τότε, ας στείλουμε όλο το έργο του Πικάσο στη Μάλαγα», υπογραμμίζοντας πως «η τέχνη είναι παγκόσμια».
Η στάση της κυβέρνησης
Η εκπρόσωπος της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Έλμα Σάιθ δήλωσε ότι η κυβέρνηση «βασίζεται στις συμβουλές των ειδικών» και «ποτέ δεν καταφεύγει σε προσβολές», υιοθετώντας ουσιαστικά τη θέση του μουσείου κατά της μεταφοράς.
Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, επικεφαλής κυβέρνησης μειοψηφίας, στηρίζεται από κόμματα της αριστεράς καθώς και από βασκικά και καταλανικά εθνικιστικά κόμματα για την ψήφιση νομοσχεδίων, γεγονός που προσδίδει επιπλέον πολιτική ευαισθησία στη διαμάχη για τη Γκερνίκα.