Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν την παράδοση δολαρίων στη Βαγδάτη και προγράμματα στρατιωτικής συνεργασίας, επιχειρώντας να πιέσουν το Ιράκ να εξαρθρώσει τις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές που κατηγορούνται για επιθέσεις κατά αμερικανικών συμφερόντων, σύμφωνα με δημοσιεύματα διεθνών μέσων ενημέρωσης.
Η Wall Street Journal, επικαλούμενη ιρακινές και αμερικανικές πηγές, ανέφερε ότι η Ουάσινγκτον ανέστειλε, για δεύτερη φορά από την έναρξη του πολέμου, την αποστολή περίπου 500 εκατ. δολαρίων σε μετρητά από τις πωλήσεις ιρακινού πετρελαίου. Η μεταφορά των χρημάτων γινόταν με εμπορευματικό αεροπλάνο.
Αξιωματούχος της ιρακινής κυβέρνησης δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι μόνο μία αποστολή δεν είχε φτάσει, επικαλούμενος «υλικοτεχνικούς λόγους που έχουν σχέση με τον πόλεμο» και το κλείσιμο του εναέριου χώρου. Από την πλευρά του, αξιωματούχος της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράκ εξήγησε ότι οι παραδόσεις δολαρίων σταμάτησαν λόγω της αναστολής των πτήσεων και της κατάστασης ασφαλείας.
Η Κεντρική Τράπεζα, όπως διευκρίνισε, δεν έχει ζητήσει πρόσθετα δολάρια καθώς διαθέτει επαρκή αποθέματα και δεν υπάρχει «καμιά ανάγκη να τα αυξήσει». Τα έσοδα από τις ιρακινές εξαγωγές πετρελαίου κατατίθενται κυρίως στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης, σύμφωνα με συμφωνία που συνήφθη μετά την αμερικανική εισβολή του 2003, προσφέροντας έτσι σημαντική επιρροή των ΗΠΑ στις αρχές της Βαγδάτης.
Αναστολή στρατιωτικής συνεργασίας
Παράλληλα, οι ΗΠΑ ανέστειλαν τη χρηματοδότηση για την εκπαίδευση των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων και προγράμματα καταπολέμησης των τζιχαντιστών, με πρώτο το Ισλαμικό Κράτος. Ιρακινός αξιωματούχος ασφαλείας επιβεβαίωσε τη διακοπή αυτής της συνεργασίας, αποδίδοντάς την στις «πολιτοφυλακές και τους βομβαρδισμούς».
Οι δύο χώρες συνεργάζονταν επί σειρά ετών στην αντιμετώπιση των τζιχαντιστών, ωστόσο οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν επιβαρύνει σημαντικά τις σχέσεις τους. Το Ιράκ, γειτονική χώρα του Ιράν, έχει εμπλακεί στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, με επιθέσεις που αποδίδονται σε ΗΠΑ ή Ισραήλ κατά φιλοϊρανικών ομάδων, οι οποίες με τη σειρά τους έχουν αναλάβει την ευθύνη για επιθέσεις σε αμερικανικά συμφέροντα.
Η εύθραυστη ισορροπία της Βαγδάτης
Από την έναρξη του περιφερειακού πολέμου, με τα ισραηλινοαμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, Ουάσινγκτον και Βαγδάτη είχαν δηλώσει την πρόθεσή τους να «εντείνουν τη συνεργασία» για την αποτροπή επιθέσεων σε αμερικανικούς στόχους και να διασφαλίσουν ότι το ιρακινό έδαφος δεν θα χρησιμοποιείται για τέτοιες επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η Ουάσινγκτον εξέφρασε δυσαρέσκεια για τις ανεπαρκείς προσπάθειες του Ιράκ, το οποίο προσπαθεί να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των σχέσεών του με τις ΗΠΑ και της στενής του σύνδεσης με την Τεχεράνη. Στις 9 Απριλίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάλεσε τον Ιρακινό πρέσβη στην Ουάσινγκτον για διάβημα διαμαρτυρίας, καταδικάζοντας τις επιθέσεις κατά αμερικανικών συμφερόντων.
Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών τόνισε ότι οι ΗΠΑ «δεν θα ανεχτούν καμιά επίθεση κατά συμφερόντων τους» και κάλεσε την ιρακινή κυβέρνηση να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εξάρθρωση των υπεύθυνων πολιτοφυλακών. Ορισμένες ομάδες σταμάτησαν τις επιθέσεις τους μετά την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Πριν τη λήξη των εχθροπραξιών, η αμερικανική πρεσβεία στη Βαγδάτη είχε καταγγείλει «πολλές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη» από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές κατά διπλωματικών εγκαταστάσεων και του διεθνούς αεροδρομίου της πόλης. Τον Ιανουάριο, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει να αποσύρει κάθε υποστήριξη στη Βαγδάτη εάν ο 75χρονος Νούρι αλ Μαλίκι, θεωρούμενος προσκείμενος στο Ιράν, επέστρεφε στην εξουσία.
Το Ιράν, από την πλευρά του, δεν δείχνει πρόθεση να περιορίσει την επιρροή του στο Ιράκ. Ο στρατηγός Εσμαήλ Καανί, Ιρανός υψηλόβαθμος στρατιωτικός αξιωματούχος, επισκέφθηκε πρόσφατα τη Βαγδάτη για επαφές με πολιτικούς και ένοπλες φιλοϊρανικές ομάδες, σύμφωνα με Ιρακινό αξιωματούχο που μίλησε στο Γαλλικό Πρακτορείο.