Την αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να προστατεύσει τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και τους υγειονομικούς κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων κατήγγειλαν με κοινή ανακοίνωσή τους οι επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου (ΔΕΕΣ) και της οργάνωσης Γιατροί Χωρίς Σύνορα (Médecins Sans Frontières, MSF).
Στην ανακοίνωση υπενθυμίζεται ότι πριν από δέκα χρόνια το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είχε εγκρίνει ομόφωνα την απόφαση 2286, η οποία καταδίκαζε τις επιθέσεις και τις απειλές κατά τραυματιών, ασθενών, υγειονομικού προσωπικού και ιατρικών εγκαταστάσεων.
«Σήμερα, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη απ’ ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Δεν χαιρετίζουμε πλέον μια επιτυχία, διαπιστώνουμε μια αποτυχία», αναφέρεται χαρακτηριστικά, με τους οργανισμούς να τονίζουν πως δεν πρόκειται για αποτυχία του δικαίου, αλλά για έλλειψη «πολιτικής βούλησης».
Οι επιθέσεις «εναντίον των υποδομών, των μέσων μεταφοράς και του προσωπικού του τομέα της υγείας συνεχίζονται ακατάπαυστα», σημείωσαν οι ηγεσίες των τριών οργανώσεων, επισημαίνοντας την ανάγκη άμεσης δράσης.
Η ΔΕΕΣ, ο ΠΟΥ και η MSF απηύθυναν, «μαζί με άλλα μέλη της διεθνούς κοινότητας», έκκληση «επείγοντος» χαρακτήρα για την ανάληψη «δράσης» προς ενίσχυση της προστασίας των υπηρεσιών υγείας.
«Όταν τα νοσοκομεία και το υγειονομικό προσωπικό γίνονται στόχοι, δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με ανθρωπιστική κρίση, αλλά και με κρίση για την ανθρωπότητα», τόνισαν χαρακτηριστικά.
Οι οργανισμοί κάλεσαν τους παγκόσμιους ηγέτες «να δράσουν και να δείξουν την απαραίτητη πολιτική βούληση για να τερματιστεί η βία αυτή» κατά των υπηρεσιών υγείας, ζητώντας παράλληλα «ταχείς, διαφανείς και αμερόληπτες έρευνες» για κάθε σχετική επίθεση.
Όπως επισήμανε πρόσφατα ο Μάικλ Κιφ, σύμβουλος της ΔΕΕΣ για την προστασία των υπηρεσιών υγείας, «κρατικοί παράγοντες ευθύνονται για τη μεγάλη πλειονότητα, περίπου το 85%, των συμβάντων που πλήττουν τις υπηρεσίες υγείας».