Τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα τα αποσύρουν ολοένα και περισσότερο από τις αποθήκες τους, εγκαθιστώντας τα σε συστήματα εκτόξευσης και αυξάνοντας τον κίνδυνο για την παγκόσμια σταθερότητα, σύμφωνα με νέα έκθεση του SIPRI.
Το διεθνές ινστιτούτο ερευνών για την ειρήνη, με έδρα τη Στοκχόλμη, εκτιμά ότι τον Ιανουάριο του 2026 οι πυρηνικές δυνάμεις διέθεταν συνολικά 12.187 πυρηνικές κεφαλές, εκ των οποίων 9.745 βρίσκονταν σε αποθέματα έτοιμα για πιθανή χρήση.
Παρότι ο αριθμός αυτός εμφανίζει μικρή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η συνολική απειλή αυξάνεται. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, οι παλιές κεφαλές καταστρέφονται ταχύτερα απ’ ό,τι αναπτύσσονται νέες, ωστόσο η τάση αυτή φαίνεται να αντιστρέφεται.
«Η πιο ανησυχητική είδηση είναι ότι, παρότι ο αριθμός των πυρηνικών όπλων μειώνεται, το επίπεδο των κινδύνων που συνδέονται με τα πυρηνικά όπλα αυξάνεται», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Καρίμ Χαγκάγκ, διευθυντής του SIPRI.
Το ινστιτούτο προειδοποιεί ότι η επιβράδυνση του ρυθμού διάλυσης των παλαιών κεφαλών και η επιτάχυνση της ανάπτυξης νέων συστημάτων θα οδηγήσουν σε αύξηση των αποθεμάτων τα επόμενα χρόνια.
Αποσάθρωση του πλαισίου ελέγχου
Η αποδυνάμωση των διεθνών συνθηκών ελέγχου των πυρηνικών όπλων και η αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ μεγάλων δυνάμεων προκαλούν περαιτέρω ανησυχία, σύμφωνα με τον κ. Χαγκάγκ. Όπως σημειώνει, «τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα τα βγάζουν από τις αποθήκες τους και τα εγκαθιστούν σε συστήματα εκτόξευσης», οδηγώντας σε αύξηση των ενεργών πυρηνικών όπλων.
Οι ΗΠΑ και η Ρωσία εξακολουθούν να κατέχουν περίπου το 83% των παγκόσμιων αποθεμάτων, διαθέτοντας σχεδόν 5.000 πυρηνικές κεφαλές η κάθε μία. Και οι δύο χώρες υλοποιούν προγράμματα εκσυγχρονισμού, αντιμετωπίζοντας ωστόσο δυσκολίες.
Το αμερικανικό πρόγραμμα προχωρά, αλλά αντιμετωπίζει «δυσκολίες σχεδιασμού και χρηματοδότησης» που ενδέχεται να το καθυστερήσουν και να αυξήσουν το κόστος. Αντίστοιχα, το ρωσικό πρόγραμμα επηρεάζεται από αποτυχημένες δοκιμές ICBMs, τις διεθνείς κυρώσεις και τους περιορισμούς λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Γεωπολιτικός ανταγωνισμός και νέα ισορροπία ισχύος
Η Κίνα αναπτύσσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο με τον ταχύτερο ρυθμό παγκοσμίως. «Η όξυνση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού ωθεί σθεναρά την Κίνα να βασίζεται περισσότερο στα πυρηνικά όπλα», τόνισε ο κ. Χαγκάγκ. Το SIPRI εκτιμά πως η χώρα διαθέτει 620 κεφαλές και θα μπορούσε έως το 2030 να φτάσει σε ισοδύναμο αριθμό ICBMs με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Ακόμη κι αν φτάσει τις 1.000 κεφαλές, η Κίνα θα εξακολουθεί να έχει μόλις το ένα πέμπτο έως ένα τέταρτο των αποθεμάτων των δύο υπερδυνάμεων.
Στην Ευρώπη, η Γαλλία και η Βρετανία διατήρησαν το 2025 σταθερά τα πυρηνικά τους αποθέματα —εκτιμάται ότι διαθέτουν 290 και 225 κεφαλές αντίστοιχα— ενώ το Λονδίνο έχει ήδη ανακοινώσει πρόθεση αύξησης του αριθμού. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν διέταξε επίσης την ενίσχυση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου.
Η Ινδία αύξησε ελαφρώς το πυρηνικό της απόθεμα, φτάνοντας τις 190 κεφαλές, ενώ το Πακιστάν διατηρεί σταθερά τα 170, συνεχίζοντας παράλληλα τη συσσώρευση σχάσιμου υλικού που μπορεί να οδηγήσει σε μελλοντική αύξηση.
Η Βόρεια Κορέα επιδιώκει να επεκτείνει «κατά τρόπο εκθετικό» το πυρηνικό της πρόγραμμα και εκτιμάται ότι διαθέτει περίπου 60 κεφαλές. Το Ισραήλ, αν και δεν παραδέχεται επισήμως την κατοχή πυρηνικών, θεωρείται ότι εκσυγχρονίζει τα οπλικά του συστήματα και διαθέτει περίπου 90 κεφαλές.