Νέο μέτωπο στις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη ανοίγουν οι ΗΠΑ, με επίκεντρο αυτή τη φορά την αγορά φαρμάκων και το ποιος τελικά πληρώνει το κόστος της φαρμακευτικής καινοτομίας, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής δασμών σε γερμανικά προϊόντα.
Η έρευνα πραγματοποιείται βάσει της νομοθεσίας Section 301, ενός ισχυρού εμπορικού εργαλείου που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να λαμβάνει μονομερή μέτρα εναντίον χωρών που θεωρεί ότι εφαρμόζουν αθέμιτες πρακτικές εις βάρος αμερικανικών επιχειρήσεων.
Στο στόχαστρο της αμερικανικής κυβέρνησης βρίσκεται το γερμανικό σύστημα αποζημίωσης και τιμολόγησης φαρμάκων. Σύμφωνα με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, η Γερμανία δεν καταβάλλει το μερίδιο που της αναλογεί για τη χρηματοδότηση της παγκόσμιας φαρμακευτικής καινοτομίας, καθώς οι χαμηλότερες τιμές που επιβάλλει στα καινοτόμα φάρμακα μεταφέρουν το κόστος έρευνας και ανάπτυξης στους Αμερικανούς ασθενείς.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ «έχει καταστήσει σαφές ότι οι Αμερικανοί ασθενείς δεν θα πρέπει να επωμίζονται δυσανάλογο μερίδιο του παγκόσμιου κόστους έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων», δήλωσε ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, σε ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα το βράδυ της Πέμπτης.
«Ανησυχώ ιδιαίτερα από τις πληροφορίες ότι η Γερμανία επισπεύδει νομοθεσία που θα μειώσει περαιτέρω τις δαπάνες της για καινοτόμα φάρμακα. Πρόκειται για ένα σοβαρό βήμα προς τα πίσω, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εμπορικοί μας εταίροι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους και να πληρώσουν το δίκαιο μερίδιό τους για τη χρηματοδότηση της καινοτόμου φαρμακευτικής έρευνας και ανάπτυξης», πρόσθεσε ο Γκριρ.
Η αφορμή για την έναρξη της έρευνας ήταν το νέο γερμανικό σχέδιο περιορισμού των δαπανών υγείας, το οποίο προβλέπει αυστηρότερες διαδικασίες αποζημίωσης φαρμάκων και μέτρα συγκράτησης της φαρμακευτικής δαπάνης. Η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι οι κινήσεις αυτές θα μειώσουν ακόμη περισσότερο τα έσοδα των φαρμακευτικών εταιρειών από τη γερμανική αγορά.
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για αναμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς φαρμάκων. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι πολίτες των ΗΠΑ πληρώνουν υπερβολικά υψηλές τιμές για συνταγογραφούμενα φάρμακα σε σχέση με τους πολίτες άλλων ανεπτυγμένων χωρών, όπως ο Καναδάς, η Βρετανία και η Γερμανία.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον πιέζει τις φαρμακοβιομηχανίες να αυξήσουν την παραγωγή τους εντός αμερικανικού εδάφους, ενώ εξετάζει κατά πόσο η εξάρτηση από εισαγόμενα φάρμακα μπορεί να συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η αμερικανική φαρμακοβιομηχανία στηρίζει ανοιχτά την πρωτοβουλία. Η PhRMA, που εκπροσωπεί τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες των ΗΠΑ, υποστηρίζει ότι πολλές κυβερνήσεις επωφελούνται από τις χαμηλές τιμές φαρμάκων, μεταφέροντας ουσιαστικά το κόστος της καινοτομίας στους Αμερικανούς φορολογούμενους και ασθενείς.
Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία και πολλές ευρωπαϊκές χώρες βασίζουν την πολιτική τους σε συστήματα κρατικής διαπραγμάτευσης τιμών, θεωρώντας ότι η πρόσβαση στα φάρμακα πρέπει να παραμένει οικονομικά προσιτή για τα δημόσια συστήματα υγείας.
Η διαδικασία της έρευνας αναμένεται να διαρκέσει αρκετούς μήνες. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συμβιβασμού μέσω διαπραγματεύσεων, όπως συνέβη πρόσφατα σε αντίστοιχη εμπορική συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο.