Η Γερουσία των ΗΠΑ, στην οποία πλειοψηφούν οι Ρεπουμπλικάνοι, ενέκρινε ψήφισμα που προβλέπει τον τερματισμό των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν. Η απόφαση έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή, εν μέσω των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας.
Με 50 ψήφους υπέρ και 48 κατά, η Γερουσία υιοθέτησε την πρόταση που είχε ήδη εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις αρχές του μήνα. Το αποτέλεσμα αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία ακόμη και μεταξύ ορισμένων Ρεπουμπλικάνων για τη σύγκρουση που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας. Για να ξεπεραστεί το προεδρικό βέτο, απαιτούνται νέες ψηφοφορίες και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, με πλειοψηφία δύο τρίτων σε καθένα — κάτι που θεωρείται αριθμητικά ανέφικτο, δεδομένης της σημερινής σύνθεσης της Βουλής και της Γερουσίας.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, μόνο το Κογκρέσο έχει τη δικαιοδοσία να κηρύξει πόλεμο. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός έχει καταστρατηγηθεί επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς οι πρόεδροι συχνά επικαλούνται εξαιρετικές συνθήκες για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης χωρίς προηγούμενη έγκριση.
Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει ότι ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει εχθροπραξίες μόνο σε περιπτώσεις άμεσης απειλής, αλλά οφείλει να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου εντός 60 ημερών. Στις αρχές Μαΐου, ο Ντόναλντ Τραμπ αψήφησε αυτή την προθεσμία, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος, ο οποίος ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου με τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς, τερματίστηκε με την εκεχειρία.