Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιβολή κυρώσεων σε επτά άτομα και δύο ερευνητικά ινστιτούτα της Ρωσίας, τα οποία κατηγορούνται ότι ανέπτυξαν χημικά όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στις δηλητηριάσεις του Ρώσου αντιφρονούντα Αλεξέι Ναβάλνι το 2024 και της Βρετανίδας Ντόουν Στέρτζες το 2018.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών, τα πρόσωπα και τα ινστιτούτα που μπήκαν στο στόχαστρο «εμπλέκονταν στην έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή θανατηφόρων νευροτοξικών παραγόντων, τύπου Νόβιτσοκ, και επιβατιδίνης», οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν στις δύο επιθέσεις.
Η Βρετανία, μαζί με τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία, είχε κατηγορήσει τον Φεβρουάριο τη Μόσχα για τη δηλητηρίαση του Ναβάλνι με μια «σπάνια τοξίνη», την επιβατιδίνη. Ο Ναβάλνι πέθανε το 2024 κάτω από ύποπτες συνθήκες στη φυλακή, γεγονός που προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις.
Η Ντόουν Στέρτζες, 44χρονη Βρετανίδα μητέρα, υπήρξε παράπλευρο θύμα της δηλητηρίασης με Νόβιτσοκ του Ρώσου πρώην διπλού πράκτορα Σεργκέι Σκριπάλ και της κόρης του, Γιούλια, στο Σόλσμπερι της νότιας Αγγλίας.
Οι Σκριπάλ επέζησαν, ωστόσο η Στέρτζες έχασε τη ζωή της τον Ιούλιο του 2018, όταν εκτέθηκε στη νευροτοξίνη μέσω φιαλιδίου που θεωρήθηκε λανθασμένα άρωμα.
Η υπόθεση προκάλεσε έντονη διπλωματική κρίση μεταξύ Λονδίνου και Μόσχας, με εκατέρωθεν ανακλήσεις διπλωματών και ψυχρότητα στις διμερείς σχέσεις.
«Η επαναλαμβανόμενη χρήση χημικών όπλων από τη Ρωσία συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και άμεση απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια», δήλωσε η υπουργός Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ.
Οι κυρώσεις αφορούν τα ερευνητικά ινστιτούτα SC Signal και GNIII VM, καθώς και επτά στελέχη τους, όπως αναφέρει το Φόρεϊν Όφις.
Η ανακοίνωση έγινε λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, που θα επικεντρωθεί στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις σχέσεις της Συμμαχίας με τη Ρωσία.
Μέχρι σήμερα, η Βρετανία έχει επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερους από 3.400 ανθρώπους και οργανισμούς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών.