Η ταχύτητα γραφής φαίνεται πως μπορεί να λειτουργήσει ως δείκτης για τη γνωστική παρακμή, σύμφωνα με νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ηλικιωμένους στην Πορτογαλία. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Frontiers in Human Neuroscience», εξετάζει πώς τα χαρακτηριστικά της χειρόγραφης γραφής σχετίζονται με την κατάσταση του εγκεφάλου.
Η γραφή με το χέρι αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία, που συνδυάζει λεπτή κινητική δεξιότητα και ανώτερες νοητικές λειτουργίες, όπως η επιλογή, η οργάνωση και η ερμηνεία αισθητηριακών πληροφοριών. Εξαιτίας αυτών των απαιτήσεων, θεωρείται πιθανός δείκτης γνωστικής έκπτωσης, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες όπου η γραφή συχνά γίνεται πιο αργή ή ασταθής.
Η μελέτη και τα αποτελέσματά της
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε αν χαρακτηριστικά όπως η ταχύτητα και η οργάνωση των κινήσεων διαφέρουν μεταξύ ηλικιωμένων με και χωρίς ενδείξεις γνωστικής έκπτωσης, καθώς και αν μπορούν να αποτελέσουν διαγνωστικό εργαλείο. «Η γραφή δεν είναι απλώς μια κινητική δραστηριότητα, είναι ένα "παράθυρο" στον εγκέφαλο», σημειώνει η επικεφαλής της μελέτης, δρ Άνα Ρίτα Ματίας, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Αθλητισμού και Υγείας του Πανεπιστημίου της Έβορα.
Στην έρευνα συμμετείχαν 58 άτομα ηλικίας 62 έως 92 ετών, εκ των οποίων οι 38 είχαν ήδη διαγνωστεί με κάποια μορφή γνωστικής διαταραχής. Οι συμμετέχοντες εκτέλεσαν δύο τύπους δοκιμασιών με στυλό σε ψηφιακή επιφάνεια: δοκιμασίες ελέγχου του στυλό και δοκιμασίες ταχύτητας γραφής. Στην πρώτη περίπτωση, σχεδίαζαν γραμμές ή τελείες μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ στη δεύτερη έγραφαν προτάσεις διαφορετικής πολυπλοκότητας, είτε αντιγράφοντάς τες είτε κατόπιν υπαγόρευσης.
Οι διαφορές μεταξύ των ομάδων
Οι απλές δοκιμασίες ελέγχου, που βασίζονται κυρίως στον κινητικό έλεγχο, δεν έδειξαν διαφορές μεταξύ των ομάδων. Αντίθετα, οι δοκιμασίες υπαγόρευσης αποκάλυψαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, καθώς απαιτούν αυξημένη μνήμη και εκτελεστικές λειτουργίες. Στην ομάδα με γνωστική διαταραχή, κρίσιμοι παράγοντες ήταν ο χρόνος έναρξης και ο αριθμός των κινήσεων γραφής για τις απλούστερες προτάσεις, ενώ για τις πιο σύνθετες καταγράφηκαν διαφορές στο κάθετο μέγεθος των γραμμάτων, τον χρόνο έναρξης και τη διάρκεια.
Προοπτικές και περιορισμοί
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μέθοδός τους, που βασίζεται σε απλές ασκήσεις γραφής και προσιτά ψηφιακά εργαλεία, θα μπορούσε να αποτελέσει πρακτικό μέσο παρακολούθησης της γνωστικής έκπτωσης. Ωστόσο, τονίζουν πως η προσέγγιση βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και απαιτούνται ευρύτερες, μακροχρόνιες μελέτες για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, η παρούσα έρευνα δεν έλαβε υπόψη τη χρήση φαρμάκων και την πιθανή επίδρασή τους.
Credit φωτογραφίας: Ana Rita Silva