Η κλιματική κρίση φέρνει τη ζέστη όλο και πιο νωρίς μέσα στη σχολική χρονιά, μετατρέποντας τη σχολική αίθουσα σε ένα από τα νέα, αθέατα «μέτωπα» της εποχής. Οι υψηλές θερμοκρασίες δεν περιορίζονται πλέον στους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, αλλά εμφανίζονται ήδη από τον Μάιο και διαρκούν έως τον Σεπτέμβριο, όταν οι μαθητές επιστρέφουν στα θρανία. Έτσι, η ζέστη παύει να είναι απλώς θέμα καλοκαιρινής δυσφορίας και εξελίσσεται σε ζήτημα δημόσιας υγείας, εκπαιδευτικής ισότητας και ανθεκτικότητας των σχολικών υποδομών.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο δρ Ανδρέας Φλουρής, καθηγητής Φυσιολογίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας FAME Lab του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, επισημαίνει τις επιπτώσεις της ακραίας ζέστης στις σχολικές αίθουσες. Ο δρ Φλουρής, Σύμβουλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπογραμμίζει ότι η θερμότητα επηρεάζει άμεσα τη γνωστική λειτουργία των παιδιών.
«Η ζέστη μέσα στην τάξη δεν είναι απλώς ενόχληση», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Είναι ένας βιολογικός και εκπαιδευτικός παράγοντας που μειώνει την ικανότητα του παιδιού να συγκεντρωθεί, να θυμηθεί, να κάνει μαθηματικούς υπολογισμούς και να συμμετέχει ενεργά στο μάθημα». Όπως εξηγεί, τα παιδιά μπορεί να παρουσιάσουν κόπωση, δίψα, υπνηλία ή πονοκέφαλο πολύ πριν υπάρξει σοβαρός κίνδυνος θερμοπληξίας.
Ο δρ Φλουρής παρομοιάζει τον εγκέφαλο ενός παιδιού με υπολογιστή που προσπαθεί να εκτελέσει δύσκολα προγράμματα. Όσο αυξάνεται η θερμοκρασία, το σώμα καταναλώνει περισσότερους πόρους για να διατηρήσει τη θερμική του ισορροπία, αφήνοντας λιγότερη ενέργεια για τη μάθηση. Έτσι, οι πιο απαιτητικές λειτουργίες – όπως τα μαθηματικά, η μνήμη εργασίας και η λήψη αποφάσεων – επηρεάζονται σημαντικά.
Η σωρευτική επίδραση της ζέστης στη μαθησιακή πρόοδο
Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι η θερμοκρασία επηρεάζει άμεσα την απόδοση των μαθητών. «Μελέτες δείχνουν ότι όταν η θερμοκρασία μειώνεται από περίπου 30 στους 20 βαθμούς Κελσίου, η απόδοση των μαθητών βελτιώνεται κατά 20%», σημειώνει. Παράλληλα, μεγάλες έρευνες σε εκατομμύρια μαθητές αποκαλύπτουν πως οι θερμότερες σχολικές χρονιές συνδέονται με χαμηλότερη μαθησιακή πρόοδο, καθώς η επίδραση της ζέστης είναι σωρευτική.
Η αυξημένη θερμότητα επιβαρύνει όχι μόνο τις συνθήκες μάθησης, αλλά και τη λειτουργία των σχολείων συνολικά. Η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία προβλέπει θερμοκρασίες έως 34 βαθμούς Κελσίου σε πολλές περιοχές, ενώ η παρατεταμένη ζέστη οδηγεί σε αυξημένες απουσίες, πρόωρες αποχωρήσεις και διακοπές μαθημάτων, με συνέπεια την απώλεια διδακτικού χρόνου και πρόσθετη πίεση στις οικογένειες.
Η ανισότητα των σχολικών υποδομών
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον δρ Φλουρή, δεν είναι ομοιόμορφο. «Δεν έχουν όλα τα σχολεία την ίδια έκθεση στη ζέστη», αναφέρει. Η τοποθεσία, η κατασκευή και η μόνωση παίζουν καθοριστικό ρόλο. Αίθουσες χωρίς σκίαση ή με μεταλλική στέγη μπορεί να λειτουργούν σαν θερμοκήπια, ενώ άλλες με σωστό αερισμό και ψύξη προστατεύουν καλύτερα τους μαθητές. Έτσι, η ζέστη μετατρέπεται και σε ζήτημα ανισότητας, καθώς τα παιδιά που φοιτούν σε θερμότερες αίθουσες εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις.
Ανάγκη για ολοκληρωμένο σχέδιο προσαρμογής
Η λύση, όπως υπογραμμίζει, δεν μπορεί να περιορίζεται στο προσωρινό κλείσιμο των σχολείων κατά τη διάρκεια καύσωνα. «Το κλείσιμο μπορεί κάποιες ημέρες να είναι αναγκαίο, αλλά δεν αποτελεί πολιτική προσαρμογής», τονίζει. Αντίθετα, απαιτείται μόνιμο σχέδιο που θα περιλαμβάνει μέτρηση θερμοκρασίας και υγρασίας στις αίθουσες, βελτιωμένη σκίαση, φύτευση δέντρων, «ψυχρές» στέγες, επαρκή μόνωση και αποδοτική ψύξη όπου χρειάζεται.
Παράλληλα, προτείνεται προσαρμογή του ωρολογίου προγράμματος, του διαλείμματος και της γυμναστικής στις πιο ζεστές ώρες, καθώς και μέριμνα για συνεχή πρόσβαση σε νερό. «Αν δεν κάνουμε τα σχολεία ανθεκτικά στη ζέστη», προειδοποιεί, «η κλιματική κρίση θα εισέρχεται κάθε χρόνο όλο και πιο βαθιά στην τάξη, αφαιρώντας υγεία, συγκέντρωση και ευκαιρίες από τα παιδιά».
*Η φωτογραφία είναι του ΑΠΕ-ΜΠΕ