Στη μέγγενη των καθυστερήσεων έχει εγκλωβιστεί ο προαστιακός Δυτικής Αττικής, ανοίγοντας τον χορό των αποζημιώσεων.
Το έργο των 100,41 εκατ. ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), έχοντας σκοντάψει σε δικαστικές περιπέτειες μετά την προσφυγή του δήμου Ασπροπύργου στο ΣτΕ, φαίνεται πως χάνει το τρένο του Ταμείου Ανάκαμψης. Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε να υπογραφεί πρόσφατα η 1η συμπληρωματική σύμβαση με τον ανάδοχο, ύψους 5,4 εκατ. ευρώ.
Με πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, ανοίγει το παράθυρο των αποζημιώσεων για την ανάδοχο ΜΕΤΚΑ, του ομίλου Metlen, που ανέλαβε στο τέλος του 2023 το έργο αναβάθμισης της υφιστάμενης σιδηροδρομικής γραμμής του προαστιακού σιδηροδρόμου από τα Άνω Λιόσια ως τα Μέγαρα.
Μπορεί το ύψος της αποζημίωσης να μη καθορίζεται, αφού ο υπολογισμός του μετατίθεται στο μέλλον, όμως αναγνωρίζονται «λόγοι υπερημερίας του κυρίου του έργου που προκάλεσαν ζημία στην ανάδοχο».
Το «πράσινο φως» στην αποζημίωση έρχεται σε συνέχεια αξίωσης 1,38 εκατ. ευρώ της αναδόχου για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών (03.04.2025-31.07.2025), η οποία γίνεται μεν μόνο μερικώς αποδεκτή κατόπιν ένστασης.
Φωτογραφίζει όμως σειρά καθυστερήσεων που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για νέα αιτήματα, καθώς το έργο έχει μπει εδώ και μήνες στον πάγο.
Εκτροχιασμός χρονοδιαγράμματος
Πέρα από τα μεγάλα εμπόδια στις απαλλοτριώσεις, τα οποία οδήγησαν και σε αλλαγή της χάραξης, αλλά και τα τεχνικά προσκόμματα, η αντιδικία με τον δήμο Ασπροπύργου έχει μπλοκάρει τις εργασίες σε κομβικά σημεία του έργου.
Η δημοτική αρχή επικαλείται ζητήματα ασφάλειας και κυκλοφοριακή ασφυξία λόγω του συχνού κλεισίματος των ισόπεδων διαβάσεων. Ζητά μάλιστα υπογειοποίηση της γραμμής ώστε να δοθεί διέξοδος στη διχοτόμηση της πόλης.
Παρότι το επίσημο χρονοδιάγραμμα του έργου, όπως φαίνεται και στην 1η συμπληρωματική σύμβαση, δεν έχει αναθεωρηθεί, παραμένοντας στις 30/06/2026, όμως η λειτουργία του ήδη εκτιμάται ότι έχει μετακινηθεί από τα τέλη του 2026 στα τέλη του 2027.
Βεβαίως ακόμα και η πιο μικρή καθυστέρηση πλέον μετράει, καθώς η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης πλησιάζει. Αυτό σημαίνει ότι για την ολοκλήρωση του έργου θα πρέπει να αναζητηθούν πόροι από άλλες πηγές.
Όπως περιγράφεται από την ανάδοχο εταιρεία, στην ένσταση που υπέβαλε τον περασμένο Νοέμβριο, χωρίς επί της ουσίας αυτό να αντικρούεται από την αρμόδια υπηρεσία, δεν έχουν παραδοθεί ακόμη και σήμερα ελεύθεροι όλοι οι χώροι εκτέλεσης του έργου.
Ειδικότερα, 22 μήνες περίπου από την υπογραφή της σύμβασης, ο κύριος του έργου, δηλαδή ο ΟΣΕ, δεν είχε παραδώσει την εγκεκριμένη μελέτη και το χρονοδιάγραμμα του έργου των ΕΛΠΕ, «Κατασκευή Νέων Αγωγών Λευκών Προϊόντων διασύνδεσης ΒΕΑ-ΒΕΕ», που είναι απαραίτητη για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των εργασιών, ώστε τα δύο έργα να είναι απόλυτα συντονισμένα. Σημειώνεται ότι αυτή έπρεπε να έχει παραδοθεί με την υπογραφή της σύμβασης.
Μάλιστα, οι εν λόγω εργασίες αφορούν στο μεσαίο τμήμα του έργου.
Έτσι, η ανάδοχος ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να προχωρήσει στην εκπόνηση των αναγκαίων μελετών στην περιοχή που εμπλέκεται με το έργο των ΕΛΠΕ και να προβεί σε εργασίες, εφόσον προϋπόθεση εκτέλεσής τους αποτελεί η εγκατάσταση των αγωγών από την άλλη εργολαβία.
«Η εταιρεία, πέραν των συμβατικών της υποχρεώσεων, εκλήθη να εκτελέσει αποσπασματικές και περιορισμένης κλίμακας εργασίες υποδομής, όπως καθαίρεση οχετών και κατασκευή νέων στο τμήμα που δεν εκτελούνται εργασίες από τα ΕΛΠΕ και ως εκ τούτου επιβαρύνεται με εξωσυμβατικά κόστη», επισημαίνεται στην ένσταση.
Επικαλείται, ακόμη, καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, εξαιτίας των οποίων απαιτήθηκε από τον ανάδοχο να κάνει μελέτες εναλλακτικής χάραξης, που επισύρουν και πρόσθετα κόστη.
Στο κάδρο βάζει ακόμη αρχαιολογικές εργασίες και εμπλοκές με ενεργά δίκτυα ΥΚΩ και αγωγούς επί τις παλαιάς σιδηροδρομικής γραμμής, στη οποία και θα «πατήσει» η καινούργια.
Πρόκειται για εναέριες διελεύσεις του ΔΕΔΔΗΕ και για μεγάλης σημασίας αγωγούς πετρελαιοειδών, ήτοι αγωγούς κηροζίνης τροφοδοσίας των αεροδρομίων Ελευθέριος Βενιζέλος, Ελευσίνας και Τανάγρας.
Από την πλευρά της, η αρμόδια υπηρεσία του έργου αμφισβήτησε μεγάλο μέρος των ισχυρισμών της αναδόχου. Υποστήριξε ότι υπήρχαν διαθέσιμα μέτωπα εργασίας σε άλλα τμήματα της γραμμής και ότι η εταιρεία θα μπορούσε να αναπτύξει μεγαλύτερη κατασκευαστική δραστηριότητα παρά τις επιμέρους εμπλοκές.
Παράλληλα, έκρινε ότι η μέθοδος με την οποία υπολογίστηκε το ποσοστό υποαπασχόλησης του εργοταξίου δεν ήταν αντικειμενικά επαληθεύσιμη, ενώ επισήμανε ελλείψεις στην τεκμηρίωση επιμέρους δαπανών που περιλαμβάνονταν στο αίτημα αποζημίωσης.