Σε αγώνα δρόμου έχει εξελιχθεί το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», με χιλιάδες υποψήφιους δανειολήπτες να κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός επιχορήγησης, παρόλο που η αίτησή τους στο πρόγραμμα έχει γίνει δεκτή και έχουν λάβει προέγκριση στεγαστικού δανείου από την τράπεζα της επιλογής τους.
Τα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας μετέθεσαν την καταληκτική ημερομηνία για τη συμβασιοποίηση των δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» στις 2 Ιουνίου 2026, από 30 Αυγούστου που ήταν μέχρι πρότινος.
Υπενθυμίζεται πως τον Νοέμβριο του 2025, η κυβέρνηση έδωσε παράταση στην προθεσμία εκταμίευσης ως τις 31 Αυγούστου 2026, προκειμένου να μην χαθεί ούτε ευρώ από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, η νέα καταληκτική ημερομηνία πιέζει τις τράπεζες, οι οποίες πρακτικά δύνανται να εγκρίνουν μόνο όσες αιτήσεις δεν έχουν καμία εκκρεμότητα και έχουν προλάβει να συγκεντρώσουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει και η αγορά ακινήτων. Όπως εξηγεί στο Business Daily ο Απόστολος Νίτσογλου, finance manager στη Union Properties, όσοι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν ολοκληρώσει πλήρως τον νομικό και τεχνικό έλεγχο και δεν έχουν την ηλεκτρονική ταυτότητα του ακινήτου που τους ενδιαφέρει, κινδυνεύουν να βρεθούν εκτεθειμένοι, καθώς ο χρόνος δεν αρκεί για να υπογραφεί η δανειακή σύμβαση.
«Το αργότερο ως τις 15 Μαΐου πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί τα συμβόλαια της αγοραπωλησίας ακινήτου, προκειμένου ο υποψήφιος δανειολήπτης να προλάβει την προθεσμία της 2ας Ιουνίου 2026 για συμβασιοποίηση του δανείου.
Ως αποτέλεσμα, όσοι δεν έχουν έτοιμη την ηλεκτρονική ταυτότητα του ακινήτου, μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο για να ολοκληρωθεί, μένουν “ξεκρέμαστοι”» δήλωσε ο κ. Νίτσογλου, προσθέτοντας πως αρκετοί υποψήφιοι βρίσκονται σε αναμονή για τα απαραίτητα έγγραφα, αλλά κινδυνεύουν να κοπούν από το πρόγραμμα λόγω εξωγενών, γραφειοκρατικών παραγόντων.
Η μετάθεση της προθεσμίας δεν επηρεάζει μόνο τους αγοραστές, αλλά και τους πωλητές των ακινήτων, οι οποίοι είχαν δεσμεύσει το ακίνητό τους εκτός αγοράς για μήνες και τώρα θα κληθούν να ξεκινήσουν τη διαδικασία από την αρχή.
Η εξέλιξη αυτή, πέρα από την ταλαιπωρία που προκαλεί σε χιλιάδες νοικοκυριά, είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει αρνητικά και μελλοντικά προγράμματα στέγης, με τους πολίτες να διστάζουν να συμμετέχουν.
Γιατί μπήκαν νωρίτερα τίτλοι τέλους στο «Σπίτι μου ΙΙ»
Η προθεσμία εκταμίευσης είχε λάβει παράταση ως τις 31 Αυγούστου 2026, προκειμένου να μην χαθεί ούτε ευρώ από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ωστόσο τα δύο συναρμόδια υπουργεία έκριναν εκ νέου πως είναι απαραίτητο να μετατοπιστεί η ημερομηνία.
Συγκεκριμένα, η επίσημη ανακοίνωση αναφέρει πως «η συγκεκριμένη ημερομηνία τέθηκε προκειμένου να οριστικοποιηθεί ποσοτικά το τελικό ορόσημο του προγράμματος, ώστε να καταστεί δυνατή η έγκριση της αναθεώρησης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, κατόπιν συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και η εμπρόθεσμη και ακριβής υποβολή του τελικού αιτήματος πληρωμής των δανείων».
Τα αγκάθια του «Σπίτι μου ΙΙ»
Βασικό αγκάθι στην εξέλιξη του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» αποτελεί η έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών που πληρούν τις προϋποθέσεις με αποτέλεσμα να εγκρίνονται μεν οι χρηματοδοτήσεις, αλλά να προχωρούν με βραδείς ρυθμούς οι εκταμιεύσεις των δανείων, επειδή οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν βρει την κατάλληλη κατοικία.
Σε αυτό το ήδη περιορισμένο εύρος επιλογών προστίθεται και το κριτήριο ηλικίας των ακινήτων, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τα λίγα διαθέσιμα σπίτια που εμπίπτουν στο πρόγραμμα να είναι πολύ παλιά και να χρειάζονται υψηλά ποσά για την ανακαίνισή τους, δυσκολεύοντας τελικά τους νέους να προχωρήσουν σε αγορά.
Επιπλέον, τα παλαιότερα σπίτια συχνά δεν είναι 100% προσβάσιμα, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα στην εύρεση κατάλληλων κατοικιών για άτομα με αναπηρία.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, τα Υπουργεία Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και Οικονομικών ανακοίνωσαν νέες ρυθμίσεις τον Ιούνιο, οι οποίες προβλέπουν πως οι δικαιούχοι με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, καθώς και όσοι έχουν εξαρτώμενα τέκνα με αντίστοιχο ποσοστό, μπορούν πλέον να επιλέγουν κατοικίες που έχουν ανεγερθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.
Τέλος, ίσως το πιο βασικό πρόβλημα που δημιούργησε το επιχορηγούμενο πρόγραμμα είναι πως ανέβασε κατακόρυφα τις τιμές αγοράς αλλά και ενοικίασης κατοικίας, καθώς τροφοδότησε έντονα τη ζήτηση, χωρίς να ενισχύει με κάποιον τρόπο την προσφορά, σε μια ήδη «ασφυκτική» αγορά.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι πραγματικοί ωφελούμενοι του προγράμματος να είναι κυρίως νέοι που ήδη είχαν αρκετα χρήματα στην άκρη για στεγαστικό δάνειο και όχι τα πραγματικά χαμηλά εισοδήματα.
Εντούτοις, το πρόγραμμα προχωράει με επιτυχία, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα υψηλή απορρόφηση.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, μέχρι τα τέλη του Απριλίου είχαν εγκριθεί 13.461 δάνεια, συνολικής αξίας 1,617 δισ. ευρώ, με μέσο ύψος δανείου 120,15 χιλιάδες ευρώ, ενώ η απορρόφηση του συνολικού προϋπολογισμού ανέρχεται στο 84,1%.