Τις πιέσεις που δέχεται η ελληνική ακτοπλοΐα από την άνοδο του κόστους καυσίμων, τη γεωπολιτική αστάθεια και τις ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές υποχρεώσεις ανέδειξε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ), Διονύσης Θεοδωράτος, στο συνέδριο «Blue Strategy Summit 2026» της Ένωσης Ελληνικών Ναυπηγείων.
Όπως τόνισε, η ελληνική ακτοπλοΐα αποτελεί «βασική υποδομή για τη χώρα», καθώς συνδέει τα νησιά με την ηπειρωτική Ελλάδα και εξασφαλίζει τη συνοχή της νησιωτικής επικράτειας.
Ο κ. Θεοδωράτος επισήμανε ότι καταβάλλεται σημαντική προσπάθεια ώστε να διατηρηθεί απρόσκοπτη η λειτουργία του ακτοπλοϊκού δικτύου, παρά τις αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες του κλάδου.
Αναφερόμενος στη συνεργασία με την κυβέρνηση, σημείωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη διάλογος για τη λήψη μέτρων στήριξης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η άνοδος των ναυτιλιακών καυσίμων. Υπογράμμισε ότι ήδη έχει θεσπιστεί νομοθετική ρύθμιση για την αποζημίωση των υποχρεωτικών εκπτώσεων από το κράτος.
Ωστόσο, όπως είπε, το συγκεκριμένο μέτρο μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους μόνο έως το τέλος Μαΐου. Από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή έως τότε, η επιβάρυνση για την ελληνική ακτοπλοΐα από την αύξηση των καυσίμων εκτιμάται σε περίπου 60 εκατ. ευρώ.
Ο πρόεδρος του ΣΕΕΝ επεσήμανε ότι το υψηλό λειτουργικό κόστος αντικατοπτρίζεται αναπόφευκτα και στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα, αν και αντιπροσωπεύει μόλις το 2% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, εξυπηρετεί περίπου το 18% της συνολικής ακτοπλοϊκής κίνησης στην Ευρώπη.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στο υψηλό καθεστώς ΦΠΑ στις ακτοπλοϊκές μεταφορές, επισημαίνοντας ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι συντελεστές κυμαίνονται από 0% έως 5%.
Ο κ. Θεοδωράτος υπογράμμισε την ανάγκη για έναν συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό της ακτοπλοΐας, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιταλία, ώστε να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής επιβατηγού ναυτιλίας και να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση των νησιών.
Η αναβίωση της ναυπηγικής βιομηχανίας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρόεδρος του ΣΕΕΝ στην αναβίωση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, σημειώνοντας ότι τα ελληνικά ναυπηγεία αποκτούν αυξανόμενο ρόλο στην υποστήριξη της ακτοπλοΐας.
Όπως ανέφερε, επί χρόνια πολλές εταιρείες αναγκάζονταν να καταφεύγουν σε ναυπηγεία του εξωτερικού για συντηρήσεις και δεξαμενισμούς, ωστόσο πλέον ενισχύονται οι δυνατότητες εντός Ελλάδας.
Υπενθύμισε δε ότι οι πρώτες εγκαταστάσεις υβριδικών scrubbers σε πλοία της Attica Group πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις της ONEX.
Β. Κορκίδης: Η γεωπολιτική αστάθεια επαναφέρει στο προσκήνιο τα ελληνικά ναυπηγεία
Τη σημασία της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης.
Όπως σημείωσε, οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις ωθούν την Ευρώπη να επαναπροσδιορίσει τη στάση της απέναντι στη ναυτιλία και τα ναυπηγεία.
Ο κ. Κορκίδης υπενθύμισε ότι η θαλάσσια μεταφορά αποτελεί κρίσιμο πυλώνα για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς περίπου το 85% των εξαγωγών της ΕΕ διακινείται δια θαλάσσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δρομολογήσει από τις αρχές Μαρτίου 2026 νέο σχεδιασμό για τη στήριξη της ναυτιλιακής και ναυπηγικής βιομηχανίας.
Τόνισε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα έχουν εδώ και καιρό αναγνωρίσει τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας και τη σημασία των ελληνικών ναυπηγείων στην Ανατολική Μεσόγειο, σε αντίθεση με την Ευρώπη που κινήθηκε πιο αργά προς αυτή την κατεύθυνση.
Αναφερόμενος στο «Mediterranean Pact», ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ εξήγησε ότι πρόκειται για νέα πρωτοβουλία συνεργασίας της ΕΕ με τις χώρες της Μεσογείου στους τομείς των μεταφορών, της ενέργειας, της ασφάλειας και των επενδύσεων.
Το σχέδιο προβλέπει χρηματοδοτήσεις ύψους 15 δισ. ευρώ, μέρος των οποίων θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην ενίσχυση της ναυπηγικής δραστηριότητας στη νότια Ευρώπη.
Γ. Αλεξανδράτος: Η αναγέννηση της ναυπηγικής βιομηχανίας είναι εθνική υπόθεση
Την ανάγκη διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής για την ανασυγκρότηση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας υπογράμμισε ο πρόεδρος του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Γιώργος Αλεξανδράτος. Όπως τόνισε, η ενίσχυση του κλάδου αφορά συνολικά την ελληνική οικονομία, την απασχόληση και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.
Ο κ. Αλεξανδράτος έκανε λόγο για ουσιαστική συνεργασία με το υπουργείο Ναυτιλίας και τον υπουργό, επισημαίνοντας ότι «δεν αποτυπώνεται μόνο σε δεξιώσεις και εκδηλώσεις», αλλά συνοδεύεται από σημαντική θεσμική και επιχειρησιακή δουλειά.
Υπενθύμισε ότι για δεκαετίες η έλλειψη οργανωμένης φωνής για τα ελληνικά ναυπηγεία αντανακλούσε τη συρρίκνωση της εγχώριας ναυπηγικής δραστηριότητας, καθώς τα ναυπηγεία υπολειτουργούσαν και η χώρα απομακρυνόταν από έναν κρίσιμο παραγωγικό τομέα.
Ο πρόεδρος του ΝΕΕ σημείωσε ότι οι διεθνείς εξελίξεις επαναφέρουν τη θάλασσα στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας, της ενέργειας και της γεωπολιτικής, καθιστώντας τη ναυπηγική βιομηχανία στρατηγικής σημασίας.
«Τα πλοία δεν είναι απλώς μέσα μεταφοράς, αλλά σύνθετες τεχνολογικές υποδομές», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η ναυπηγοεπισκευή και οι μετασκευές πλοίων αποτελούν πλέον δυναμικές αγορές με μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως τον ισχυρότερο εμπορικό στόλο στον κόσμο, τη γεωγραφική της θέση και τη μακρά ναυτική παράδοση.
Ο κ. Αλεξανδράτος επισήμανε ότι η αναγέννηση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας συνδέεται με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ενίσχυση της παραγωγής, την αξιοποίηση εξειδικευμένων επαγγελμάτων και την παραμονή νέων επιστημόνων στη χώρα.
«Μια χώρα που αποτελεί την πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο οφείλει, στο μέτρο που μπορεί, να ενισχύει και να αναβαθμίζει τη δική της ναυπηγική βιομηχανία», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι απαιτείται συνεργασία Πολιτείας, ναυτιλιακής κοινότητας, βιομηχανίας, πανεπιστημίων, επενδυτών και εργαζομένων.
Κλείνοντας, ο πρόεδρος του ΝΕΕ υπογράμμισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια «ιστορική ευκαιρία», τονίζοντας πως το ζητούμενο είναι αν υπάρχει η βούληση, η συνέπεια, το σχέδιο και το όραμα ώστε η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία να αποκτήσει ξανά ισχυρή θέση.