Η ελληνική βιομηχανία διατηρεί τη δυναμική της και το 2026, παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες, τις γεωπολιτικές εντάσεις και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, εξακολουθώντας να αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, με ισχυρές εξαγωγικές επιδόσεις, αυξημένη απασχόληση και παραγωγική ανθεκτικότητα.
Σύμφωνα με το Δελτίο Εξελίξεων στη Βιομηχανία του ΙΟΒΕ για τον Ιούνιο του 2026, η εικόνα που καταγράφεται είναι αυτή ενός κλάδου που συνεχίζει να επεκτείνει την παραγωγική του δραστηριότητα, να αυξάνει τις εξαγωγές και την απασχόληση.
Την ίδια στιγμή, όμως, έχει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που προκύπτουν από το υψηλό κόστος δανεισμού, τις πληθωριστικές πιέσεις στην παραγωγή και την αβεβαιότητα του διεθνούς περιβάλλοντος. Παράγοντες που θα επηρεάσουν την πορεία του κλάδου κατά το υπόλοιπο του έτους.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι οι επιχειρηματικές προσδοκίες στη βιομηχανία ενισχύθηκαν σημαντικά τον Μάιο, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις 113,9 μονάδες από 109,2 μονάδες τον προηγούμενο μήνα και 110,8 μονάδες έναν χρόνο νωρίτερα. Η βελτίωση αποδίδεται κυρίως στις πιο αισιόδοξες προβλέψεις των επιχειρήσεων για την παραγωγή των επόμενων μηνών και στην ανάκαμψη των παραγγελιών, ενώ οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα παρέμειναν σταθερές.
Θετική παραμένει και η εικόνα της παραγωγικής δραστηριότητας. Ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής αυξήθηκε κατά 2,1% τον Απρίλιο σε ετήσια βάση, υπερδιπλάσια επίδοση σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η αύξηση περιορίστηκε στο 0,9%. Η μεταποίηση ενισχύθηκε κατά 1%, ενώ ισχυρή άνοδο κατέγραψε η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με 9,9%.
Αντίθετα, τα ορυχεία και λατομεία συνέχισαν την πτωτική πορεία τους για τέταρτο συνεχόμενο μήνα. Σε επίπεδο κλάδων, τα τρόφιμα παρουσίασαν οριακή αύξηση, τα βασικά μέταλλα μικρή υποχώρηση και τα φαρμακευτικά προϊόντα σημαντική κάμψη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέλιξη της απασχόλησης στη βιομηχανία, η οποία έφτασε τα 440.000 άτομα το πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας αύξηση 5,2% σε σχέση με ένα χρόνο πριν και καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2011.
Η επίδοση αυτή υπερβαίνει αισθητά τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης στο σύνολο της οικονομίας, που διαμορφώθηκε στο 1,3%, επιβεβαιώνοντας τον ενισχυμένο ρόλο της βιομηχανίας στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η αύξηση συνοδεύεται και από άνοδο του κόστους εργασίας στη μεταποίηση κατά 7%, εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων τους επόμενους μήνες.
Στο εξωτερικό εμπόριο, οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 5,5% τον Μάρτιο και ανήλθαν στα 2,9 δισ. ευρώ. Παρά τη βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε στα 3,4 δισ. ευρώ από 3,2 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών εξαγωγών εξακολουθεί να κατευθύνεται προς την Ευρώπη, η οποία απορροφά πάνω από το 81% των ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων. Στην κορυφή των εξαγωγικών κλάδων βρίσκονται το αλουμίνιο και τα φαρμακευτικά σκευάσματα, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα που έχουν οι συγκεκριμένοι τομείς στη βιομηχανική παραγωγή της χώρας.
Παράλληλα, η βιομηχανία συνεχίζει να επωφελείται από τη διατήρηση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης της χρηματοδότησης να παραμένει στο 9,5%. Ωστόσο, το κόστος δανεισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις αυξήθηκε στο 4,5%, διευρύνοντας το χάσμα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και επιβαρύνοντας τις συνθήκες χρηματοδότησης των επενδυτικών σχεδίων.
Έντονος προβληματισμός καταγράφεται και στο μέτωπο των τιμών. Οι τιμές εισαγωγών στη βιομηχανία αυξήθηκαν κατά 18,7% τον Απρίλιο, ενώ οι τιμές παραγωγού σημείωσαν άνοδο 19,8%, κυρίως λόγω της ενεργειακής συνιστώσας.
Παρότι η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα υποχώρησε σε ετήσια βάση, η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας, οι αυξημένες τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ και οι γεωπολιτικές εξελίξεις διατηρούν υψηλό το κόστος για τη βιομηχανία.
Στο ειδικό αφιέρωμα του δελτίου, το ΙΟΒΕ εξετάζει την πορεία του Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής το 2025. Η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση 2,2%, έναντι 1,5% στην Ευρωζώνη, καταλαμβάνοντας την 7η θέση μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι την περίοδο 2020-2025 ο ελληνικός δείκτης αυξήθηκε σωρευτικά κατά 24,3%, έναντι μόλις 7,5% στην Ευρωζώνη. Οι καλύτερες επιδόσεις σημειώθηκαν στον εξοπλισμό μεταφορών και στα ηλεκτρονικά προϊόντα, ενώ θετική ήταν και η πορεία των βασικών μετάλλων, των τροφίμων και των φαρμάκων.