Ως «καύσιμο» για την πιστωτική επέκταση λειτούργησαν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2026, με ένα στα τρία νέα δάνεια να στηρίζεται από πόρους του RRF ή από τα χρηματοδοτικά εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών.
Η συμβολή των πόρων του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης είναι καθοριστική στην επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης, καθώς στηρίζουν τα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), αλλά και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (2021- 2027), υπογραμμίζει η τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα συγχρηματοδοτούμενα δάνεια που «τρέχουν» με πόρους του RRF προσφέρουν μια ουσιαστική ανάσα σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς μετριάζουν το κόστος τραπεζικής χρηματοδότησης, προσφέροντας πρόσβαση σε χαμηλότοκα δάνεια με ευνοϊκούς όρους.
Δάνεια προς νοικοκυριά
Η τραπεζική χρηματοδότηση προς στα νοικοκυριά το πρώτο τετράμηνο του 2026 διατήρησε ανοδική πορεία, καθώς η θετική μέση μηνιαία καθαρή ροή των καταναλωτικών δανείων αυξήθηκε συγκριτικά με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ η ροή των στεγαστικών δανείων έγινε λιγότερο αρνητική.
Μάλιστα, η έως τώρα πορεία της στεγαστικής πίστης επιβεβαιώνει τις προβλέψεις των διοικήσεων των τραπεζών, που εκτιμούν ότι η στεγαστική πίστη θα κινηθεί πιο δυναμικά το 2026.
Κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026, τα στεγαστικά προγράμματα που διαχειρίζεται η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, όπως το «Σπίτι μου II» ή το «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», έδωσαν σημαντική ώθηση στις χορηγήσεις, καθώς προσφέρουν καλύτερους όρους δανεισμού έναντι των κοινών στεγαστικών δανείων.
Ως αποτέλεσμα, περίπου το 30% της αξίας των νέων συμβάσεων στεγαστικής πίστης υπαγόταν σε ένα από τα προγράμματα της ΕΑΤ.
Το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον φαίνεται να ώθησε αρκετά νοικοκυριά προς την επιλογή στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο.
Όσον αφορά στη διάρθρωση των στεγαστικών δανείων, τα ελληνικά νοικοκυριά φαίνεται πως στρέφονται προς την επιλογή λύσεων με σταθερό επιτόκιο.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, περίπου μία στις τρεις νέες χορηγήσεις αφορούσε δάνεια σταθερού επιτοκίου για περίοδο άνω των 5 ετών, ενώ ίσο ποσοστό συνδεόταν με δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα άτοκα δάνεια μέσω ΕΑΤ, το μεσοσταθμικό επιτόκιο ανήλθε 3,5% στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου ή σταθερό έως 1 έτος, 3,2% στα δάνεια σταθερού επιτοκίου για 1-5 έτη, 4,2% στα δάνεια σταθερού επιτοκίου για 5-10 έτη και 3,1% στα δάνεια σταθερού επιτοκίου για περίοδο άνω των 10 ετών.
Η έκθεση της ΤτΕ σημειώνει πως η ήπια πτωτική τάση που παρατηρείται στα επιτόκια οφείλεται στη χρονική υστέρηση με την οποία υλοποιήθηκε η διαδικασία ενσωμάτωσης των μειώσεων των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής στο κόστος δανεισμού.
Πάντως, η υπέρβαση του κόστους τραπεζικού δανεισμού στην Ελλάδα έναντι της ζώνης του ευρώ περιορίστηκε περαιτέρω τους τέσσερις πρώτους μήνες του τρέχοντος έτους για τα νοικοκυριά και ευθυγραμμίστηκε με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης στο 3,4%.
Πιστώσεις προς επιχειρήσεις
Χαρακτηριστικό των πρώτων τεσσάρων μηνών του 2026 είναι πως αυξήθηκαν τα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αντιπροσωπεύοντας το 40% των συνολικών δανείων προς επιχειρήσεις.
Και σε αυτήν την κατηγορία δανείων, ο Όμιλος ΕΤΕπ, η ΕΑΤ και τα δάνεια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του RRF έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον περιορισμό του κόστους χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις.
Τα χρηματοδοτικά προγράμματα συνέβαλαν στη βελτίωση των όρων δανεισμού, κυρίως μέσω χαμηλότερων επιτοκίων και ευνοϊκότερων απαιτήσεων εξασφαλίσεων, ανοίγοντας τον δρόμο σε επιχειρήσεις που μένουν αποκλεισμένες από τον συμβατικό δανεισμό να λάβουν χρηματοδότηση.
Και σε αυτήν την κατηγορία, ένα στα τρία νέα δάνεια στηρίχθηκε από τα χρηματοδοτικά εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών ή από τη συγχρηματοδότηση με χαμηλότοκα δάνεια του RRF, γεγονός που υποδηλώνει τον σημαντικό ρόλο τους στη διαμόρφωση των συνολικών συνθηκών χρηματοδότησης.
Μάλιστα, ιδιαίτερα ευνοημένες εμφανίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς εκτιμάται ότι περίπου το 1/4 της νέας τραπεζικής χρηματοδότησης που έλαβαν συνδέεται με τα χρηματοδοτικά εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει πως η στήριξη που παρέχεται στις μικρότερες επιχειρήσεις, ώστε να επωφεληθούν από βελτιωμένους όρους δανεισμού και να γίνει πιο εύκολη η πρόσβασή τους σε τραπεζική χρηματοδότηση, έχει αντίκτυπο.