ΓΔ: 2449.29 -0.10% Τζίρος: 260.02 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:01
Φωτο: Shutterstock

Πότε η προσαύξηση περιουσίας βάζει σε μεγάλους μπελάδες τον φορολογούμενο

Εύκολα η εφορία χαρακτηρίζει καταθέσεις ή άλλα περιουσιακά στοιχεία ως «προσαύξηση περιουσίας» από άγνωστη πηγή, που επισείει φόρους και πρόστιμα, ενώ πολύ δύσκολα ο φορολογούμενος αποδεικνύει το δίκιο του.

Κάθε περιουσιακό στοιχείο, όπως τραπεζικές καταθέσεις, άλλα κινητά και ακίνητα που αποκτήθηκαν χωρίς η φορολογική αρχή να έχει πλήρη εικόνα για την προέλευση των κεφαλαίων που απαιτήθηκαν για την απόκτησή του, χαρακτηρίζεται ως «προσαύξηση περιουσίας».

Ο χαρακτηρισμός αυτός επιφέρει, αφενός μπελάδες για τον φορολογούμενο, αφετέρου κινδυνεύει με υψηλούς φόρους και πρόστιμα, το άθροισμα των οποίων, αναλόγως του φορολογικού έτους που αφορούν και με την προσθήκη των προσαυξήσεων, σημαίνουν επιβάρυνση από 50% έως και 90% του ποσού που εκτιμά η εφορία ότι δαπανήθηκε.

Με την ευκολία της διενέργειας των ελέγχων των τραπεζικών λογαριασμών μέσω των ειδικών λογισμικών που διαθέτει η ΑΑΔΕ, μπλέκουν χιλιάδες φορολογούμενοι, οι οποίοι στη συνέχεια προσφεύγουν στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και στα φορολογικά δικαστήρια.

Η άμυνα των φορολογουμένων απέναντι στις διαπιστώσεις της εφορίας είναι η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων που βεβαιώνουν ότι τα ποσά που ο έλεγχος χαρακτηρίζει αδικαιολόγητα, έχουν δηλωθεί, έχοντας αποκτηθεί νόμιμα.

Φοροτεχνικοί προτείνουν όπως οι φορολογούμενοι θα πρέπει να τηρούν αντίγραφα των τραπεζικών τους συναλλαγών, ώστε να έχουν άμεσα διαθέσιμο το αρχείο σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου, καθώς δεν είναι βέβαιο ότι στις ασφυκτικές προθεσμίες που θέτει η εφορία, για την προσκόμιση δικαιολογητικών, θα καταφέρουν να τα βρουν από τις τράπεζες, ειδικά αν αφορούν παλαιότερα έτη.

Επίσης, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος, διαθέτει ατομική επιχείρηση ή συμμετέχει σε εταιρία, οφείλει να διατηρεί το αρχείο με τις πληρωμές που δέχεται από τους πελάτες του, δια παν ενδεχόμενο, μήπως οι πληρωμές εκληφθούν από τον έλεγχο, ως πιστώσεις στον λογαριασμό του από άλλη αιτία.

Ακόμη, θα πρέπει να διαθέτει δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τον λόγο της κατάθεσης διαφόρων ποσών που προέρχονται από πώληση περιουσιακών στοιχείων, δωρεές, γονικές παροχές, διανομή κερδών εταιρίας, δάνεια κλπ.

Τι είναι η «προσαύξηση περιουσίας»

Ως «προσαύξηση περιουσίας» μπορεί να καταγραφεί κάθε οικονομικό στοιχείο που προσαυξάνει την περιουσία του φορολογουμένου και δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί, από τις φορολογικές υπηρεσίες με κάποιο εκ των (δηλωθέντων) εισοδημάτων του.

Συνήθως «προσαύξηση περιουσίας» προκύπτει κατά τους ελέγχους των τραπεζικών καταθέσεων σε ελληνικές και ξένες τράπεζες, αλλά μπορεί να αφορά και άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η προσαύξηση περιουσίας μπορεί να αναφέρεται  σε  κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής, όπως οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροσκάφη, τραπεζικές καταθέσεις και πάσης φύσεως χρεόγραφα, (μετοχές, τοκομερίδια, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια κλπ.), η οποία δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα που δηλώνει ο φορολογούμενος.

Ωστόσο, η μεταβολή της σύνθεσης ή της διατήρησης της περιουσίας δεν σημαίνει απαραίτητα και την προσαύξησή της. Δηλαδή, η απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ή αυτοκινήτου ή ακινήτου,  από χρήματα που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό (τα οποία φυσικά είναι δικαιολογημένα) δεν συνιστά προσαύξηση περιουσίας.

Εφόσον ο φορολογούμενους δεν αποδείξει την νομιμότητα της προέλευσης των ποσών που η εφορία θεωρεί «προσαύξηση περιουσίας», το αδικαιολόγητο ποσό φορολογείται με συντελεστή 33% και επί του φόρου που προκύπτει επιβάλλεται και πρόστιμο ίσο με το 50%, επιπλέον ειδική εισφορά αλληλεγγύης και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής από το έτος που διαπιστώθηκε η παράβαση μέχρι την ημερομηνία πληρωμής του.

Οι 12 οδηγίες της ΑΑΔΕ

Για την προσαύξηση περιουσίας η ΑΑΔΕ παρέχει τις ακόλουθες διευκρινίσεις, ώστε οι φορολογούμενοι να γνωρίζουν πότε κινδυνεύουν να κατηγορηθούν για φοροδιαφυγή και να αντιμετωπίσουν τις προβλεπόμενες αυστηρές κυρώσεις. Συγκεκριμένα:

  1. Κάθε ποσό που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία, θεωρείται κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται αναλόγως με 33% συν πρόστιμα προσαυξήσεις.
  2. Σε περίπτωση διαπίστωσης προσαύξησης περιουσίας, η προσαύξηση αυτή δεν υπόκειται σε φορολογία, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή αυτής, καθώς επίσης και ότι αυτή είτε έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία, είτε απαλλάσσεται από τον φόρο σύμφωνα με ειδικές διατάξεις.
  3. Ο φορολογούμενος, έχει  τη  δυνατότητα  να  αποδείξει  την πραγματική πηγή ή την αιτία προέλευσης ή ότι η εν λόγω προσαύξηση φορολογήθηκε ή απαλλάχθηκε νόμιμα. Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν είναι ικανοποιητικές, η οποιαδήποτε προσαύξηση  της  περιουσίας  χαρακτηρίζεται  και  φορολογείται  ως  εισόδημα  από επιχειρηματική δραστηριότητα.
  4. Για την δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας μέσω διάθεσης περιουσιακών στοιχείων ή μέσω απόκτησης εισοδημάτων που στο παρελθόν δεν υπήρχε η υποχρέωση της αναγραφής τους στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, είτε γιατί ήταν αφορολόγητα είτε γιατί φορολογούνταν με ειδικό τρόπο (πχ. τόκοι, πώληση εισηγμένων μετοχών), πρέπει να αποδεικνύονται με τα κατάλληλα νόμιμα δικαιολογητικά.
  5. Σε όσες περιπτώσεις επικαλείται ο φορολογούμενος ότι η προσαύξηση περιουσίας προέρχεται από δωρεά, δανειοδότηση, γονική παροχή, κληρονομιά κλπ, πρέπει να ελέγχεται αν υπήρχε η δυνατότητα από τον δωρητή, τον δανειοδότη, τον παρέχοντα, τον κληρονομούμενο, να καταβάλλει ποσά που επικαλείται ο φορολογούμενος, καθώς και αν έχουν καταλογιστεί τα ποσά που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις (π.χ. τέλη χαρτοσήμου, φόρος γονικής παροχής, φόρος δωρεάς κ.λπ.).
  6. Όταν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προσαύξηση της περιουσίας, τότε αυτή φορολογείται στη χρήση που διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι επήλθε. Ο φορολογούμενος δύναται σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός είναι διάφορος από αυτόν που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο.
  7. Δεν υφίσταται  προσαύξηση  περιουσίας, στην περίπτωση κατά την οποία είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού, το οποίο εμφανίζεται ως πίστωση στον τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου φυσικού προσώπου (π.χ. εισόδημα από κεφάλαιο, εισόδημα από κινητές αξίες, πώληση περιουσιακών στοιχείων,  δάνειο,  κ.τλ.), ακόμα και αν το ποσό αυτό δεν συμπεριελήφθη στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ενώ υπήρχε σχετική υποχρέωση. Στις περιπτώσεις αυτές, εφόσον οι εν λόγω πιστώσεις συνεπάγονται φορολογική υποχρέωση στον φόρο εισοδήματος, ο καταλογισμός θα γίνεται με βάση το ισχύον καθεστώς φορολογίας εισοδήματος των επίμαχων ετών.
  8. Πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί (με 33%) ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα του δικαιούχου του λογαριασμού, εφόσον δεν καλύπτεται με τα δηλωθέντα εισοδήματά του, ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη, ενόψει των συνθηκών, πηγή ή αιτία, είτε την οποία αυτός επικαλείται, κατόπιν κλήσης του από τη Διοίκηση για παροχή σχετικών πληροφοριών ή προηγούμενη ακρόαση, είτε την οποία εντοπίζει η φορολογική αρχή στο πλαίσιο της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο, αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων μέτρων ελέγχου.
  9. Ο φορολογούμενος οφείλει κατ'  αρχήν, να ανταποκριθεί στην κλήση της ελεγκτικής αρχής να της χορηγήσει τα αναγκαία και εύλογα, ενόψει των συνθηκών, στοιχεία διευκρίνισης και επαρκούς δικαιολόγησης της  περιουσιακής του κατάστασης, η οποία προδήλως δεν ανταποκρίνεται σε εκείνη που προκύπτει από τα στοιχεία των φορολογικών του δηλώσεων.
  10. Η άρνηση ή η παράλειψη του φορολογούμενου να παράσχει τις παραπάνω πληροφορίες ή η αδυναμία του να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς προς δικαιολόγηση των επίμαχων ποσών λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση από τη φορολογική αρχή των αποδείξεων σε βάρος του.
  11. Το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο φορολογική παράβαση, η οποία επισύρει την επιβολή σε βάρος του των διαφυγόντων φόρων και συναφών κυρώσεων, φέρει, κατ’ αρχήν, το κράτος, ήτοι η φορολογική Διοίκηση. Ωστόσο, τούτο δεν έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή υποχρεούται να τεκμηριώσει την παράβαση με αδιάσειστα στοιχεία, που αποδεικνύουν άμεσα και με πλήρη βεβαιότητα την τέλεσή της.
  12. Η τέλεση φορολογικής παράβασης, που συνίσταται στην παράλειψη δήλωσης φορολογητέου εισοδήματος, και, περαιτέρω, η ύπαρξη αντίστοιχης φορολογητέας ύλης μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις (τεκμήρια), ήτοι από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.
Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ψηφιακή φορολογία Ελλάδα
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο χρόνος πιέζει την ΑΑΔΕ για τις υποθέσεις που παραγράφονται τέλος του 2026

Στο στόχαστρο θέτει η ΑΑΔΕ τις φορολογικές υποθέσεις που παραγράφονται την 31η Δεκεμβρίου και μέσω κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, επιλέγει εκείνες με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Φορολογικός έλεγχος έγγραφων
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιχειρηματίας με καταθέσεις 400.000 ευρώ λάμβανε προνοιακό επίδομα

Με χρήση «τεχνικής ανάλυσης ρευστότητας φορολογούμενου» και έλεγχο κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, η ΑΑΔΕ εντόπισε επιχειρηματία, ο οποίος δήλωνε μηδενικά καθαρά κέρδη, ελάμβανε ετήσιο προνοιακό επίδομα ύψους 1.008 ευρώ, αλλά είχε καταθέσεις 400.000 ευρώ.
Elvetia, Elbetia
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η παραγραφή στην 5ετία δεν τους γλύτωσε από τους φόρους σε καταθέσεις εξωτερικού

Φορολογούμενοι αποκάλυψαν το 2016 οικειοθελώς καταθέσεις στο εξωτερικό έναντι ευνοϊκής μεταχείρισης. Μετά την απόφαση για παραγραφή στην 5ετία ζήτησαν επιστροφή φόρων για τα παραγεγραμμένα έτη. Όμως ΑΑΔΕ και ΣτΕ είπαν, όχι.
Γιώργος Πιτσιλής στο βήμα
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καταθέσεις, εμβάσματα και ακίνητη περιουσία στο στόχαστρο ελέγχων της ΑΑΔΕ

Φορολογούμενοι με μεγάλες καταθέσεις, εμβάσματα άνω των 100.000 ευρώ, μεγάλη ακίνητη περιουσία και απέκτησαν τα τελευταία χρόνια και περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, τίθενται στο στόχαστρο των Ελεγκτικών Κέντρων της ΑΑΔΕ.