Η Κοινωνική Συμφωνία αποτελεί ένα νέο πλαίσιο που στοχεύει στην ενίσχυση και επέκταση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, προσφέροντας αυξημένη προστασία στους εργαζόμενους και σταθερότητα στις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με δηλώσεις της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως, σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η συμφωνία αυτή υπογραμμίζει τη σημασία του διαλόγου και της συναίνεσης στην αγορά εργασίας.
Όπως ανέφερε η υπουργός, το άμεσο επόμενο βήμα είναι η κατάρτιση και κατάθεση, πριν το τέλος του έτους, του οδικού χάρτη για την αύξηση της κάλυψης από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία που έχει ήδη ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο. Στη συνέχεια, στις αρχές του 2026, αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο για ψήφιση.
Η Κοινωνική Συμφωνία κινείται σε δύο βασικούς άξονες για τη διευκόλυνση της επέκτασης των Συλλογικών Συμβάσεων. Πρώτον, το ποσοστό κάλυψης μειώνεται από 50% σε 40% των εργαζομένων ενός κλάδου ή επαγγέλματος, ώστε μια Σύμβαση να μπορεί να επεκταθεί σε όλους τους εργαζόμενους του αντίστοιχου κλάδου. Επιπλέον, καθιερώνεται η υποχρέωση αναφοράς όλων των σχετικών Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (ΚΑΔ) για τη διακρίβωση του ποσοστού.
Δεύτερον, παρέχεται η δυνατότητα υπογραφής Συλλογικής Σύμβασης από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) και μια τριτοβάθμια εργοδοτική οργάνωση, χωρίς να απαιτείται το κριτήριο κάλυψης του 40%. Η ΓΣΕΕ μπορεί επίσης να συνυπογράφει επικουρικά κλαδικές συμβάσεις, αξιοποιώντας αυτή τη νέα δυνατότητα.
Σημαντική αλλαγή αποτελεί η επαναφορά της πλήρους μετενέργειας. Μετά τη λήξη της τρίμηνης παράτασης ισχύος μιας Συλλογικής Σύμβασης, όλοι οι όροι της εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι τη σύναψη νέας Συλλογικής ή ατομικής Σύμβασης Εργασίας.
Για την επίλυση διαφορών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, προβλέπεται η δημιουργία μηχανισμού προελέγχου των μονομερών αιτήσεων προσφυγής, μέσω ειδικής επιτροπής που θα εξετάζει τη νομιμότητα των αιτημάτων για διαιτησία. Παράλληλα, καταργείται ο δεύτερος βαθμός διαιτησίας, ενώ διατηρείται η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της διαιτητικής απόφασης.
Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου, από το 2023 έως σήμερα έχουν υπογραφεί 663 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας με διάρκεια 1 έως 3 έτη, πολλές εκ των οποίων προβλέπουν αμοιβές υψηλότερες από τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό. Η υπουργός σημειώνει ότι με την ψήφιση της Κοινωνικής Συμφωνίας, οι συμβάσεις που υπογράφονται από δύο εθνικούς κοινωνικούς εταίρους θα μπορούν να επεκτείνονται στο σύνολο των εργαζομένων του κλάδου, μετά από γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας.
Υπενθυμίζεται ότι ο στόχος, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία, είναι η κάλυψη του 80% των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Παράλληλα, διατηρείται η δέσμευση για αύξηση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ και του κατώτατου στα 950 ευρώ έως το 2027.
Όσον αφορά τα οφέλη, για τους εργαζόμενους η αύξηση της κάλυψης σημαίνει καλύτερους μισθούς και παροχές, μεγαλύτερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα στο εργασιακό περιβάλλον. Για τις επιχειρήσεις, συνεπάγεται μεγαλύτερη σταθερότητα, ξεκάθαρους κανόνες και ενίσχυση της ανάπτυξης, ενώ περιορίζεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός.
Σε σχέση με το αίτημα για επαναφορά του πλήρους ρυθμιστικού πλαισίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), η υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα ακολουθεί το μοντέλο της πλειονότητας των κρατών-μελών της ΕΕ, όπου ο κατώτατος μισθός καθορίζεται νομοθετικά. Παράλληλα, διασφαλίζεται ότι κανείς δεν αμείβεται κάτω από τον νομοθετημένο κατώτατο, ενώ οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να συμφωνούν ελεύθερα σε ευνοϊκότερους όρους εργασίας και υψηλότερους μισθούς, όπως ήδη συμβαίνει σε αρκετές κλαδικές συμβάσεις