Τη σταθερή στήριξη της κυβέρνησης προς τους κτηνοτρόφους που επλήγησαν από τις επιζωοτίες και τη δέσμευση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για συνέχιση των μέτρων ενίσχυσης, υπογράμμισε ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Αθανάσιος Καββαδάς. Η τοποθέτησή του έγινε στη Βουλή, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Βασίλη Κόκκαλη, με θέμα την αποκατάσταση των αδικιών στις αποζημιώσεις των κτηνοτρόφων λόγω ζωονόσων.
Ο κ. Καββαδάς τόνισε ότι «το μήνυμα της κυβέρνησης προς όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι είμαστε στην ίδια πλευρά», σημειώνοντας πως η Ελλάδα έχει διαθέσει «μακράν την υψηλότερη αποζημίωση ανά ζώο από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Παράλληλα, ανέφερε ότι καλύπτεται το 100% των εξόδων της διαδικασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το 2025 ο κτηνοτροφικός κλάδος ενισχύθηκε με 187 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2026 έχουν ήδη καταβληθεί πάνω από 26 εκατ. ευρώ σε αποζημιώσεις λόγω ευλογιάς και αφθώδους πυρετού. Πρόσφατα πληρώθηκαν 22,7 εκατ. ευρώ σε 849 δικαιούχους για το πρώτο τρίμηνο του 2026 και ακόμη 3,6 εκατ. ευρώ σε 226 κτηνοτρόφους για την ευλογιά των αιγοπροβάτων.
Όπως υπογράμμισε, «έως τώρα το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ξεπερνά τα 213 εκατ. ευρώ», εκ των οποίων πάνω από 100 εκατ. ευρώ αφορούν ζώα που θανατώθηκαν. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι τον Δεκέμβριο του 2025 διατέθηκαν περίπου 28 εκατ. ευρώ για κάλυψη απώλειας εισοδήματος, καθώς «υπάρχει αποζημίωση τόσο για το κεφάλαιο όσο και για το εισόδημα».
Ο υφυπουργός αναφέρθηκε και στην ενεργοποίηση ειδικού προγράμματος ενίσχυσης αγοράς ζωοτροφών ύψους 70 εκατ. ευρώ, καθώς και στην αναστολή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων για τους πληγέντες κτηνοτρόφους.
Ειδικά μέτρα για τη Λέσβο
Για τη Λέσβο, ο κ. Καββαδάς υπενθύμισε ότι με πρόσφατη τροπολογία επεκτάθηκε η αναστολή και στα τυροκομεία και τα σφαγεία του νησιού, καθώς και στα δημοτικά τέλη έως το τέλος του 2026. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι προβλέπονται αποζημιώσεις για το γάλα που δεν μπορεί να διατεθεί προς πώληση και για την απώλεια εισοδήματος των παραγωγών από την εμφάνιση της ζωονόσου στις 15 Μαρτίου. Τα ποσά, όπως διευκρίνισε, θα είναι αφορολόγητα, ακατάσχετα και ανεκχώρητα.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο και αυστηρή εφαρμογή
Απαντώντας στις επικρίσεις για τη διαχείριση των ζωονόσων, ο υφυπουργός τόνισε ότι η εφαρμογή των μέτρων αποτελεί υποχρέωση που απορρέει από τον ευρωπαϊκό κανονισμό για τα λοιμώδη νοσήματα. «Κανείς δεν θέλει να βλέπει ζώα να θανατώνονται. Είναι σπατάλη κεφαλαίου και ζωής», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι διαδικασίες βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα για την αποτροπή της μετάδοσης.
Τόνισε επίσης ότι τα μέτρα εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο την αποφυγή περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου. Επεσήμανε τη σημασία της άμεσης ενημέρωσης των κτηνιατρικών αρχών από τους παραγωγούς, ώστε να γίνεται έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων.
«Δεν γίνεται από τη μια να ζητάμε από τους κτηνοτρόφους να θυσιάσουν τα ζώα τους και από την άλλη να επιβραβεύεται όποιος δεν συνέβαλε, στο μέτρο που του αναλογεί, στον περιορισμό της νόσου», δήλωσε, διευκρινίζοντας ότι αποζημιώσεις προβλέπονται μόνο για τα ζώα που θανατώνονται υποχρεωτικά λόγω επιζωοτιών και όχι για όσα βρίσκονται ήδη νεκρά.
Ολοκληρώνοντας, ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι το υπουργείο παραμένει σε διαρκή εγρήγορση για νέα μέτρα στήριξης, «ώστε να προσφέρει άμεση ανακούφιση στους παραγωγούς, να στηρίξει την παραγωγική τους δραστηριότητα και να προστατεύσει το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας».
Αντίλογος από τον Βασίλη Κόκκαλη
Από την πλευρά του, ο κ. Κόκκαλης αμφισβήτησε την επάρκεια των ποσών που έχουν διατεθεί, λέγοντας: «Θέλετε να κάνουμε τον λογαριασμό; Κάθε ζώο, τι ανάγκη έχει για ζωοτροφή; Εγώ μπορώ να τον κάνω. Δεν είναι ούτε για μια εβδομάδα αυτά τα χρήματα που δώσατε για ζωοτροφές και είναι δύο χρόνια τώρα η ευλογιά στη χώρα μας».
Επέμεινε επίσης στις «αδικίες» που υφίστανται οι κτηνοτρόφοι στη διαδικασία των αποζημιώσεων, φέρνοντας ως παράδειγμα περιπτώσεις όπου ζώα που είχαν ήδη πεθάνει από ευλογιά εξαιρούνται από την αποζημίωση. Επιπλέον, έθεσε ζήτημα για όσους αποκλείονται από αποζημιώσεις επειδή τους επιβλήθηκε πρόστιμο, χαρακτηρίζοντας την πρακτική αυτή «διπλή ποινή».