Ζημία που υπερβαίνει τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ προκάλεσε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η δράση εγκληματικής οργάνωσης η οποία εξαπατούσε τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω ψευδών δηλώσεων για αγροτικές επιδοτήσεις. Η υπόθεση, που είχε ως επίκεντρο τη Βόρεια Ελλάδα, φέρεται να λειτουργούσε τουλάχιστον από το 2019, πλήττοντας τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και το Ελληνικό Δημόσιο.
Η αποκάλυψη ήρθε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος. Η αστυνομική επιχείρηση κορυφώθηκε το τελευταίο 24ωρο σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κιλκίς, Αθήνα και Καβάλα, όπου συνελήφθησαν 17 άτομα, ανάμεσά τους και έξι φερόμενα ως αρχηγικά στελέχη.
Όπως ανακοίνωσε η ΕΛ.ΑΣ., στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 317 κατηγορούμενοι. Από αυτούς, οι 302 φέρονται να εισέπραξαν παράνομα ενισχύσεις, ενώ οι υπόλοιποι 15 υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις που απορρίφθηκαν.
Ο τρόπος δράσης
Η οργάνωση αξιοποιούσε εξειδικευμένη γνώση στη διαδικασία υποβολής των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης και εκμεταλλευόταν κενά στους ελέγχους. Τα μέλη της εντόπιζαν επιλέξιμα αλλά αδήλωτα αγροτεμάχια, τα οποία δήλωναν ψευδώς ως ιδιόκτητα ή μισθωμένα, χωρίς να υπάρχει πραγματική κατοχή ή νόμιμη μίσθωση.
Περισσότεροι από 1.500 πολίτες εμφανίζονταν ως εκμισθωτές χωραφιών, αν και πολλοί δεν είχαν καμία σχέση με τις εκτάσεις αυτές. Η αστυνομική έρευνα ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις προσχηματικών μεταβολών στο Ε9, όπου αγροτεμάχια προστίθενταν προσωρινά και στη συνέχεια διαγράφονταν με αιτιολογίες όπως «εκ παραδρομής καταχώριση» ή «λάθος καταχώριση».
Αλλαγή τακτικής και πλαστά δικαιολογητικά
Το 2025 η οργάνωση άλλαξε μεθοδολογία: οι δηλούμενες εκτάσεις καταχωρούνταν πλέον ως ιδιόκτητες ή μισθωμένες από ένα μόνο πρόσωπο, συνήθως μέλος ή συγγενή της οργάνωσης. Για να προσδώσουν νομιμοφάνεια στις αιτήσεις, τα μέλη επισύναπταν πλαστά δικαιολογητικά, όπως ανυπόγραφα μισθωτήρια, φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων ή ακόμη και λευκές σελίδες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μισθωτήρια φέρονται να είχαν συνταχθεί μετά τον θάνατο του εκμισθωτή.
Η δομή και η οικονομική διαχείριση
Η εγκληματική οργάνωση είχε σαφή ιεραρχία. Τα αρχηγικά μέλη –τέσσερις άνδρες και δύο γυναίκες– συντόνιζαν τη δράση, εντόπιζαν αγροτεμάχια, διαχειρίζονταν τραπεζικούς λογαριασμούς και οργάνωναν τη διανομή των παράνομων ενισχύσεων. Τα χρήματα διακινούνταν μέσω τραπεζικών μεταφορών ή αναλήψεων μετρητών και φέρονται να χρησιμοποιούνταν για αγορές ακινήτων, οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων.
Τα βασικά μέλη παρείχαν τραπεζικούς λογαριασμούς για την πίστωση των ενισχύσεων, ενώ οι αιτούντες υπέβαλαν τις ψευδείς αιτήσεις λαμβάνοντας μέρος των παράνομων ποσών. Οι περισσότεροι δεν είχαν καμία σχέση με τον αγροτικό τομέα, καθώς ανάμεσά τους υπήρχαν καθαρίστριες, οδηγοί, διανομείς και υπάλληλοι καταστημάτων.
Η οικονομική έρευνα
Το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων διενήργησε εκτεταμένη οικονομική έρευνα, εξετάζοντας 126 τραπεζικούς λογαριασμούς και περισσότερες από 59.000 κινήσεις. Διαπιστώθηκε ότι οι παράνομες ενισχύσεις καταβάλλονταν αρχικά σε λογαριασμούς μελών και στη συνέχεια μεταφέρονταν σε αρχηγικά στελέχη.
Από το 2022 και μετά, καταχωρούνταν απευθείας λογαριασμοί των βασικών μελών, ώστε να περιοριστούν οι εμφανείς συναλλαγές. Σε πολλές περιπτώσεις, οι λογαριασμοί δεν αντιστοιχούσαν στους αιτούντες, με 27 από τους 32 να ανήκουν στο ίδιο τραπεζικό ίδρυμα.
Η διακίνηση των χρημάτων γινόταν κυρίως μέσω μετρητών, για να δυσχεραίνεται η ιχνηλάτηση και να αποφεύγεται ο εντοπισμός από τις εποπτικές αρχές.
Κατασχέσεις και δεσμεύσεις
Κατά τις έρευνες σε οκτώ κατοικίες και δύο Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων κατασχέθηκαν 302.825 ευρώ, 18 χρυσές λίρες, 12 αυτοκίνητα, πέντε τρακτέρ, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και πλήθος εγγράφων. Επιπλέον, δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί 26 φυσικών και νομικών προσώπων, θυρίδες και ακίνητα εμπλεκομένων.
Οι συλληφθέντες αναμένεται να οδηγηθούν στην αρμόδια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.