Η Ελλάδα παραμένει ένα από τα πιο ελκυστικά «turnaround stories» στις διεθνείς αγορές, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Jefferies.
Ο οίκος βλέπει μια οικονομία που έχει επιστρέψει δυναμικά, με σταθερότερο πολιτικό περιβάλλον και βελτιωμένη οικονομική διακυβέρνηση, όμως προειδοποιεί ότι η πιθανή αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου σε κατηγορία «αναπτυγμένης αγοράς» μπορεί να φέρει απρόβλεπτες πιέσεις λόγω του τρόπου που λειτουργούν οι διεθνείς δείκτες και τα παθητικά κεφάλαια.
«Η Ελλάδα συνεχίζει να ξεχωρίζει στην Ευρώπη ως παράδειγμα μεταρρυθμιστικής προσαρμογής και επενδυτικής επιστροφής», σημειώνει η Jefferies, υπογραμμίζοντας ότι η εικόνα δεν είναι μόνο χρηματιστηριακή αλλά και θεσμική.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο οίκος παραπέμπει και στην πορεία της αγοράς, θυμίζοντας ότι ο Γενικός Δείκτης έχει ενισχυθεί σωρευτικά περίπου 266% από την περίοδο της πανδημίας, όταν άρχισε να διαμορφώνεται πιο θετική στάση των αναλυτών για τη χώρα.
Κεντρικός άξονας της θετικής αφήγησης παραμένει ο τραπεζικός κλάδος. Η ελληνική αγορά, όπως επισημαίνει η Jefferies, έχει έντονα τραπεζοκεντρική δομή, καθώς οι τράπεζες αντιπροσωπεύουν περίπου το 77,7% του δείκτη MSCI Greece.
«Οι τράπεζες είναι ο βασικός μοχλός της αγοράς», είναι το μήνυμα της ανάλυσης, καθώς ο κλάδος συνεχίζει να προσελκύει το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς ενδιαφέροντος.
Η Jefferies διατηρεί θετική σύσταση για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι αποτελούν «βασικό στοίχημα» για τους ξένους επενδυτές. Παράλληλα, διατηρεί τη ΓΕΚ Τέρνα στο παγκόσμιο χαρτοφυλάκιο μετοχών της.
Στην αποτίμηση της εικόνας του κλάδου, ο οίκος αναφέρεται και στην ισχυρή χρηματιστηριακή του επίδοση, σημειώνοντας ότι ο τραπεζικός δείκτης έχει καταγράψει άνοδο άνω του 120% από τις αρχές του 2025 και παραμένει ανοδικός και μέσα στο 2026.
Σύμφωνα με την Jefferies, το ενδιαφέρον για τις τράπεζες συνδέεται με την αλλαγή φάσης του κλάδου: από την περίοδο της εξυγίανσης περνά πλέον σε περίοδο ανάπτυξης.
«Υψηλή πιστωτική επέκταση, ισχυρή κερδοφορία και σημαντικές διανομές μερισμάτων» είναι τα βασικά θεμελιώδη που, όπως τονίζει ο οίκος, στηρίζουν το επενδυτικό αφήγημα.
Ωστόσο, το πιο κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύει η Jefferies δεν αφορά τα θεμελιώδη μεγέθη, αλλά τη μετάβαση της Ελλάδας από τους δείκτες «αναδυόμενων» στους δείκτες «αναπτυγμένων» αγορών.
Ο οίκος επισημαίνει ότι σήμερα η χώρα έχει βάρος περίπου 0,61% στον MSCI Emerging Markets, αλλά μόλις 0,07% στον MSCI ACWI, γεγονός που μπορεί να αλλάξει τις ροές κεφαλαίων με τρόπο δυσμενή βραχυπρόθεσμα.
«Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τα fundamentals αλλά η δομή της αγοράς», προειδοποιεί η Jefferies. Η λογική είναι απλή, σε περίπτωση αναβάθμισης, τα παθητικά κεφάλαια που παρακολουθούν τους δείκτες των αναδυόμενων αγορών θα υποχρεωθούν να πουλήσουν, ενώ τα κεφάλαια των αναπτυγμένων αγορών ενδέχεται να μην αγοράσουν με την ίδια ένταση, λόγω της μικρής στάθμισης και της περιορισμένης ρευστότητας.
Η Jefferies θεωρεί ότι «υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι εκροές να ξεπεράσουν τις εισροές», κάτι που θα μπορούσε να δημιουργήσει πίεση στις αποτιμήσεις, ακόμη και αν η οικονομική εικόνα παραμένει ισχυρή.
Όπως εξηγεί, πολλοί επενδυτές των emerging markets είναι ήδη overweight στην Ελλάδα και κυρίως στις τράπεζες· αν η χώρα μεταφερθεί στους developed δείκτες, θα υποχρεωθούν να μειώσουν θέσεις, ενώ οι νέοι «φυσικοί αγοραστές» μπορεί να μην θεωρήσουν την αγορά αρκετά μεγάλη για ουσιαστική συμμετοχή.
Στο συμπέρασμά της, η Jefferies κρατά μια διπλή στάση. Από τη μία πλευρά επιμένει ότι η Ελλάδα παραμένει «ένα από τα ισχυρότερα επενδυτικά stories στην Ευρώπη», με αιχμή τις τράπεζες και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Από την άλλη, υπενθυμίζει ότι η αναβάθμιση στους δείκτες μπορεί να λειτουργήσει «βραχυπρόθεσμα σαν downgrade» σε όρους ροών κεφαλαίων, μεταφέροντας το βάρος από το μακροοικονομικό αφήγημα στον τρόπο που θα αναδιατάξουν θέσεις τα διεθνή χαρτοφυλάκια.