Η φτώχεια στην Αργεντινή συνέχισε να μειώνεται το 2025, αν και εξακολουθεί να πλήττει το 28,2% του πληθυσμού το δεύτερο εξάμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν από το ινστιτούτο στατιστικής (INDEC). Οι ειδικοί, ωστόσο, αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τα ευρήματα.
Ο δείκτης παρουσιάζει πτώση άνω των τριών ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο, ωστόσο σχεδόν τρεις στους δέκα πολίτες της τρίτης οικονομίας της Λατινικής Αμερικής εξακολουθούν να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Το όριο αυτό για τη χώρα των 47 εκατομμυρίων κατοίκων ορίζεται στα 452.000 πέσος (283 ευρώ) ανά ενήλικα, ποσό που αντιστοιχεί στο «καλάθι» βασικών προϊόντων και υπηρεσιών.
Το ποσοστό των πολιτών σε κατάσταση ακραίας φτώχειας επίσης μειώθηκε οριακά, στο 6,3% από 6,9% το προηγούμενο εξάμηνο, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του INDEC.
«Η φτώχεια συνεχίζει να πέφτει», πανηγύρισε μέσω X η κυβέρνηση του ακραίου φιλελεύθερου προέδρου Χαβιέρ Μιλέι, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία από τα τέλη του 2023.
Ο πρόεδρος Μιλέι υπογραμμίζει τις επιτυχίες του σε μακροοικονομικό επίπεδο, κυρίως στη μείωση του πληθωρισμού, που από 150% δύο χρόνια νωρίτερα έχει περιοριστεί στο 33% σε ετήσια βάση.
Η επίδοση αυτή, ωστόσο, προήλθε μέσω δραστικών μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας, τα οποία επηρέασαν αρνητικά τη δραστηριότητα και την κατανάλωση. Σύμφωνα με συνδικαλιστικές οργανώσεις και δημόσιους φορείς απασχόλησης, περίπου 300.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα μέσα σε δύο χρόνια.
Περισσότερες από 22.500 επιχειρήσεις διαφορετικών μεγεθών ανέστειλαν τη λειτουργία τους στο ίδιο διάστημα. Όπως αναφέρει το ινστιτούτο μελετών Fundar, η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας ήταν η μεγαλύτερη των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Αμφισβήτηση των επίσημων στοιχείων
Αναμφίβολα, «η μείωση αυτού του δείκτη (της φτώχειας) είναι πάντα καλή είδηση», σχολίασε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο κοινωνιολόγος Ντανιέλ Στέινγκαρτ, ειδικός στην ανάπτυξη και την ανέχεια, που εργάζεται στο ινστιτούτο Fundar.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η πτωτική τάση πιθανότατα διακόπηκε «το τέταρτο τρίμηνο και στις αρχές του 2026, λόγω του πληθωρισμού που επιταχύνεται σταδιακά» και της αύξησης των τιμών βασικών αγαθών.
Οι επίσημες μετρήσεις για τη φτώχεια αμφισβητούνται εδώ και χρόνια, καθώς η μεθοδολογία θεωρείται ανεπαρκής. Ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν επικαιροποιούνται τα δεδομένα για το «καλάθι» αναφοράς προϊόντων και υπηρεσιών, γεγονός που ενδέχεται να αλλοιώνει τα αποτελέσματα.
Πολλοί αναλυτές συμφωνούν πως «η πτώση του δείκτη είναι μάλλον στατιστική οφθαλμαπάτη» και ότι δεν αποτυπώνει «πραγματική μείωση» της φτώχειας, όπως εξηγεί ο κ. Στέινγκαρτ.