Σε μια περίοδο όπου η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων αποτελεί βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, το υπ. Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρίχνει πάνω από 70 εκατ. ευρώ για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων περίπου 60.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, δίνοντας έμφαση στην Τεχνητή Νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και τις σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογίες.
Με το πρόγραμμα «Ψηφιακός Μετασχηματισμός 2021–2027» του ΕΣΠΑ, και 12 νέες δράσεις, οι επιχειρήσεις θα μπορούν να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους χωρίς να επιβαρυνθούν με το πλήρες κόστος και παράλληλα να αντιμετωπίσουν την κρίσιμη πρόκληση που αποτελεί το έλλειμμα ψηφιακών δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού τους.
Τα προγράμματα upskilling απευθύνονται σε εργαζομένους από όλους σχεδόν τους κλάδους της οικονομίας και καλύπτουν δεξιότητες που έχουν άμεση εφαρμογή στην καθημερινή λειτουργία μιας εταιρείας: αξιοποίηση της AI στη λήψη αποφάσεων, ανάλυση δεδομένων, προστασία από κυβερνοεπιθέσεις, χρήση cloud υποδομών, αλλά και ψηφιακή μετάβαση σε τομείς όπως ο τουρισμός, η βιομηχανία και το fintech.
Κομβικό ρόλο στην υλοποίηση των δράσεων θα έχουν φορείς όπως επιμελητήρια, κλαδικοί σύνδεσμοι και ινστιτούτα επιχειρήσεων, γεγονός που διευκολύνει τη συμμετοχή μικρών και μεσαίων εταιρειών, οι οποίες συχνά δυσκολεύονται να σχεδιάσουν μόνες τους προγράμματα κατάρτισης.
Όπως επισημαίνεται από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στόχος είναι να καλυφθεί ένα κρίσιμο κενό δεξιοτήτων και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτατα.
«Με τις 12 νέες εντάξεις αξιοποιούμε πλήρως τους διαθέσιμους πόρους του Προγράμματος “Ψηφιακός Μετασχηματισμός” για να επενδύσουμε ουσιαστικά στις ψηφιακές δεξιότητες των εργαζομένων. Ιδιαίτερα στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης και της κυβερνοασφάλειας, καλύπτουμε ένα κρίσιμο κενό, εκεί όπου ως χώρα υστερούσαμε, διασφαλίζοντας ότι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι έχουν πρόσβαση στις δεξιότητες που απαιτεί η σύγχρονη οικονομία.
Στόχος μας είναι να μειώσουμε το ψηφιακό χάσμα, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή και βιώσιμη ψηφιακή οικονομία», δήλωσε ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου.
Το πρόγραμμα έρχεται να απαντήσει σε άμεσες ανάγκες των επιχειρήσεων καθώς σύμφωνα με στοιχεία του ΕΚΤ, το 25,9% των επιχειρήσεων θεωρεί την εκπαίδευση του προσωπικού σε ψηφιακές δεξιότητες «πολύ σημαντική», αναγνωρίζοντας τα οφέλη στη βελτίωση διαδικασιών και στη δημιουργία νέων λύσεων.
Ωστόσο, περίπου το 15% δηλώνει έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων εντός της επιχείρησης και το 16,7% δυσκολεύεται να βρει εξειδικευμένο προσωπικό.
Η ενίσχυση του upskilling μετατρέπει πλέον την εκπαίδευση από κόστος σε στρατηγική επένδυση. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, το στοίχημα είναι σαφές: όσες αξιοποιήσουν έγκαιρα τα διαθέσιμα εργαλεία και επενδύσουν στους ανθρώπους τους, θα είναι εκείνες που θα αντέξουν και θα αναπτυχθούν στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Τα «αγκάθια» που αφήνουν την ΤΝ εκτός των ελληνικών επιχειρήσεων
Παρά τη διεθνή δυναμική της AI, η εικόνα στην Ελλάδα παραμένει αντιφατική. Οι ελληνικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν θεωρητικά τη σημασία της Τεχνητής Νοημοσύνης, όμως στην πράξη καθυστερούν να την ενσωματώσουν.
Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, μόλις το 8,9% των ελληνικών επιχειρήσεων με 10 ή περισσότερους εργαζομένους χρησιμοποιεί τεχνολογίες AI, με το ποσοστό να έχει υποχωρήσει σε σχέση με το 2024, διευρύνοντας έτσι το χάσμα ανταγωνιστικότητας που υπάρχει με τους ευρωπαίους ομολόγους τους.
Όπως έχει τονίσει ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, το πραγματικό έλλειμμα εντοπίζεται στην επιχειρηματική ετοιμότητα και στην αδυναμία των επιχειρήσεων να κινηθούν γρήγορα στις διαδικασίες υιοθέτησης της AI.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν «γυρίζουν την πλάτη» στην Τεχνητή Νοημοσύνη από αδιαφορία, αλλά επειδή συγκρούονται με δομικά εμπόδια. Σύμφωνα με την έρευνα της AI Readiness Index 2025 της ENTERSOFTONE σε συνεργασία με το Εργαστήριο ELTRUN του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 92% των ελληνικών ΜμΕ δηλώνει ότι βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη γνώσης για τα οφέλη και τις πρακτικές εφαρμογές της AI. Το ίδιο ποσοστό εντοπίζει σοβαρό κενό σε εξειδικευμένες δεξιότητες στο προσωπικό.
Παράλληλα, το 82% αναφέρει έλλειψη οικονομικών πόρων για επενδύσεις σε λύσεις AI, ενώ το 80% δυσκολεύεται να ενσωματώσει τα νέα εργαλεία στα υφιστάμενα συστήματα ERP και CRM. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: χαμηλή γνώση, περιορισμένη χρήση, χαμένη παραγωγικότητα.
Επίσης, έρευνα της AWS δείχνει ότι μόνο το 18% των επιχειρήσεων διαθέτει ισχυρές εσωτερικές ικανότητες AI, ενώ το 45% δυσκολεύεται να βρει κατάλληλα ταλέντα στην εγχώρια αγορά. Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι το έλλειμμα δεξιοτήτων περιορίζει την καινοτομία, ενώ σχεδόν οι μισές καταγράφουν αυξημένο λειτουργικό κόστος λόγω ανεπαρκών ψηφιακών γνώσεων.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι μόλις το 2,4% του πληθυσμού απασχολείται ως ειδικός ΤΠΕ, έναντι 4,8% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στοιχείο που λειτουργεί ως τροχοπέδη για την τεχνολογική εξέλιξη.
Οι “Future-Ready” εργαζόμενοι ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Όπως επισημαίνει έρευνα της Adecco, οι εργαζόμενοι που είναι “Future-Ready” μπορούν να προσαρμοστούν γρήγορα, να αξιοποιήσουν νέες τεχνολογίες και να συμβάλουν ουσιαστικά στον μετασχηματισμό των οργανισμών τους.
Σε περιόδους ταχείας τεχνολογικής μετάβασης, αυτοί οι εργαζόμενοι λειτουργούν ως επιταχυντές καινοτομίας, παραγωγικότητας και οργανωσιακής ανθεκτικότητας, καθιστώντας τον ανθρώπινο παράγοντα σταθερό πυλώνα προόδου στην εποχή της AI.