Στο παρελθόν φαίνεται πως ανήκουν πλέον οι απλές τραπεζικές καταθέσεις, καθώς τα επιτόκια μίας ημέρας βρίσκονται κοντά στο μηδέν, ενώ οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων σπάνια πλησιάζουν το 2%.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος, στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2025 το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,30% για όλες τις νέες καταθέσεις και στο 0,31% για τις υφιστάμενες.
Το ήδη χαμηλό αυτό νούμερο «τροφοδοτείται» κυρίως από τις προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας έως ένα έτος από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που έχουν μέσο επιτόκιο 1,12% και 1,67% αντίστοιχα, καθώς το μέσο επιτόκιο για καταθέσεις μίας ημέρας βρίσκεται μόλις στο 0,03% για τα νοικοκυριά και στο 0,08% για επιχειρήσεις.
Μέσα επιτόκια νέων καταθέσεων και δανείων (Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος):
Η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη στην Ευρώπη, όπου το μέσο επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων για τα νοικοκυριά διαμορφώνεται στο 1,80%, όμως οι χώρες του Νότου βρίσκονται πιο κοντά στην Ελλάδα: Στην Πορτογαλία, το μέσο επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων για τα νοικοκυριά διαμορφώνεται στο 1,37%, στην Ισπανία στο 1,64%, ενώ στην Κύπρο το ποσοστό είναι ελαφρώς χαμηλότερο από τη χώρα μας, στο 1,11%.
Τα επιτόκια για προθεσμιακές καταθέσεις από επιχειρήσεις βρίσκονται πιο κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος βρίσκεται στο 1,93% έναντι 1,67% στην Ελλάδα.
Κύμα φυγής από τις προθεσμιακές καταθέσεις
Σε αυτό το περιβάλλον, οι απλές καταθέσεις δεν συμφέρουν καμία πλευρά: Με πλεόνασμα καταθέσεων 60 δισ. ευρώ, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν κάποιο σημαντικό κίνητρο να «σπρώξουν» τους Έλληνες καταθέτες προς τα παραδοσιακά καταθετικά προϊόντα και να «πληρώσουν» ανταγωνιστικά επιτόκια.
Αντιθέτως, επιχειρούν να ωθήσουν την πελατεία τους προς ανερχόμενες λύσεις, όπως είναι τα αμοιβαία κεφάλαια καθορισμένης διάρκειας, τα οποία τις ευνοούν ιδιαιτέρως, αφού δεν χρειάζεται να πληρώσουν οι ίδιες τους τόκους στους αποταμιευτές, ενώ παράλληλα αντλούν έσοδα από προμήθειες για τη διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων.
Αντιστοίχως, το ενδιαφέρον των Ελλήνων για τις προθεσμιακές καταθέσεις ακολουθεί πτωτική πορεία, καθώς τα τελευταία χρόνια στρέφονται σε εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να αυξήσουν τις αποδόσεις τους.
Στην Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2025 της Τράπεζας της Ελλάδος αναφέρεται άλλωστε πως κατά τους δέκα πρώτους μήνες του 2025, οι καταθέσεις προθεσμίας «τραντάχτηκαν» από μείωση -2,3 δισ. ευρώ, με το 76% των συνολικών καταθέσεων να τηρούνται σε λογαριασμούς διάρκειας μίας ημέρας.
Άλλωστε, προϊόντα όπως τα αμοιβαία κεφάλαια τακτής λήξης λειτουργούν για τους πελάτες με τρόπο αντίστοιχο των προθεσμιακών καταθέσεων, επιτρέποντάς τους να «κλειδώσουν» τα χρήματά τους για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα και να επωφεληθούν από επιτόκια που ακόμη διατηρούνται κοντά στο 2%.
Σε αυτήν την «lose-lose» κατάσταση, οι προθεσμιακές καταθέσεις που κάποτε αποτελούσαν την επιτομή της αποταμίευσης έχουν χάσει την αίγλη τους, και τη θέση τους έρχονται να πάρουν σύγχρονα επενδυτικά προϊόντα που αντιπροσωπεύουν καλύτερα τις ανάγκες των πολιτών αλλά και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Άλλωστε, η εξάπλωση λύσεων με καλύτερες αποδόσεις θα ενισχύσουν και την αποταμιευτική ικανότητα των ελληνικών νοικοκυριών, που καταγράφουν αρνητικά ποσοστά αποταμίευσης και ουσιαστικά ξοδεύουν περισσότερα από αυτά που κερδίζουν.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα μειώθηκε κατά -3,6%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ. Παράλληλα, το ποσοστό επενδύσεων των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά -0,3%.
Σε ετήσιο επίπεδο, το 2024 η Ελλάδα επίσης βρισκόταν στη δυσμενέστερη θέση με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, γεγονός που επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών διευρύνθηκε περαιτέρω το προηγούμενο έτος, φτάνοντας το -1,9% του ΑΕΠ από -0,9% το 2023.