Ο κ. Γιώργης είναι 71 ετών και δουλεύει ακόμα. Όχι γιατί το επιλέγει — αλλά γιατί η σύνταξή του δεν φτάνει.
«Με 680 ευρώ το μήνα τι να κάνω;» λέει, σκουπίζοντας τα χέρια του στην ποδιά του μικρού μαγαζιού που κρατά στη γειτονιά του. «Δουλεύω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.»
Η ιστορία του Γιώργη δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας για χιλιάδες Έλληνες άνω των 65 που παραμένουν στην αγορά εργασίας - συχνά στο περιθώριο, χωρίς προστασία, χωρίς αναγνώριση.
Η Ευρώπη στο κάτω μέρος του γραφήματος
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζει τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των άνω των 65 στην αγορά εργασίας παγκοσμίως — μόλις 5–8%. Στον αντίποδα, η Νότια Κορέα αγγίζει το 37%, η Ιαπωνία το 25%, ακόμα και οι ΗΠΑ διατηρούν ποσοστό κοντά στο 18%.
Το χάσμα δεν είναι τυχαίο. Είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών διαφορετικής κοινωνικής πολιτικής — και τώρα γίνεται πρόβλημα που δύσκολα αναστρέφεται.
Η Ελλάδα σε αριθμούς: μια χώρα που γερνά γρήγορα
Τα δημογραφικά στοιχεία για την Ελλάδα είναι από τα πιο ανησυχητικά στην ΕΕ:
- Ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει στο 1,3 τέκνα ανά γυναίκα — από τους χαμηλότερους στον κόσμο, και πολύ κάτω από το 2,1 που χρειάζεται για να διατηρηθεί σταθερός ο πληθυσμός.
- Το 23,5% του ελληνικού πληθυσμού είναι ήδη άνω των 65 — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ.
- Έως το 2050, εκτιμάται ότι σχεδόν 1 στους 3 Έλληνες θα είναι άνω των 65.
- Την τελευταία δεκαετία, πάνω από 500.000 νέοι εγκατέλειψαν τη χώρα λόγω της οικονομικής κρίσης — "brain drain" που επιδεινώνει δραματικά την αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους.
- Η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους, που σήμερα βρίσκεται περίπου στο 3 προς 1, εκτιμάται ότι θα πέσει στο 1,5 προς 1 μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.
Το συνταξιοδοτικό σύστημα: μαθηματικά που δεν βγαίνουν
Η Ελλάδα ξοδεύει ήδη περίπου 15% του ΑΕΠ της σε συνταξιοδοτικές παροχές — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, παρά τις επανειλημμένες περικοπές της περιόδου 2010–2018. Σε εκείνη την περίοδο, οι συντάξεις μειώθηκαν κατά μέσο όρο 30–40%, με αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Σήμερα, η μέση σύνταξη στην Ελλάδα κυμαίνεται γύρω στα 730 ευρώ μηνιαίως — ανεπαρκής για αξιοπρεπή διαβίωση σε μια χώρα όπου το κόστος ζωής έχει αυξηθεί σημαντικά μετά την πανδημία.
Δεν είναι τυχαίο που πολλοί συνταξιούχοι αναγκάζονται να επιστρέψουν στην εργασία.
Το ελληνικό παράδοξο
Εδώ έγκειται η ειρωνεία: η Ελλάδα έχει ανάγκη από εργατικό δυναμικό, έχει ηλικιωμένους που θέλουν ή αναγκάζονται να δουλεύουν, αλλά δεν έχει καμία πολιτική που να τους αξιοποιεί αξιοπρεπώς.
Δεν υπάρχουν κίνητρα για επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν άνω των 65. Δεν υπάρχουν προγράμματα επανακατάρτισης. Δεν υπάρχει καν εθνική συζήτηση.
Πολλοί ηλικιωμένοι εργάζονται στη γκρίζα οικονομία — χωρίς ασφάλιση, χωρίς δικαιώματα, αόρατοι στα στατιστικά. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό ποσοστό συμμετοχής των άνω των 65 στην αγορά εργασίας είναι μάλλον υψηλότερο από αυτό που δείχνουν τα επίσημα στοιχεία — αλλά χωρίς καμία κοινωνική προστασία.
Τι κάνουν οι άλλοι
Στην Ιαπωνία, νόμος που ψηφίστηκε το 2021 υποχρεώνει τις εταιρείες να προσφέρουν επιλογές απασχόλησης έως τα 70. Αποτέλεσμα: το 25% των άνω των 65 παραμένει ενεργό στην αγορά εργασίας, συνεισφέροντας εκτιμώμενα 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως στο ΑΕΠ.
Στη Γερμανία, φορολογικά κίνητρα και ευέλικτα ωράρια ενθαρρύνουν τους ηλικιωμένους να παραμένουν παραγωγικοί. Στη Σουηδία, μοντέλα μερικής απασχόλησης επιτρέπουν ομαλή μετάβαση χωρίς απώλεια παροχών.
Στην Ελλάδα; Τίποτα από αυτά.
Η ώρα των αποφάσεων
Οι εμπειρογνώμονες προειδοποιούν ότι το παράθυρο για οργανωμένη αντίδραση κλείνει. Κάθε χρόνο που περνά χωρίς συνεκτική πολιτική για τους ηλικιωμένους εργαζόμενους είναι ένα χρόνο χαμένο. Και όταν η κρίση φτάσει στην κορύφωσή της — και θα φτάσει — οι επιλογές θα είναι λιγότερες και πιο επώδυνες.
Η Γαλλία του 2023, με τις εκρηκτικές διαδηλώσεις για την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, έδειξε πόσο πολιτικά φορτισμένο είναι αυτό το θέμα. Η Ελλάδα, με βαθύτερες πληγές και λιγότερους πόρους, δεν έχει την πολυτέλεια να αποφύγει τη συζήτηση.
Ο κ Γιώργης δεν ξέρει τίποτα από ΟΟΣΑ και γραφήματα. Ξέρει μόνο ότι αύριο θα ανοίξει πάλι το μαγαζί του. «Τι να κάτσω σπίτι;» λέει και γελά. «Να περιμένω τι;».
* Δημήτρης Πασχαλέρης, B.Sc.(Econ), M.Sc. Management Science, DIC - Finance Executive | Investment Advisory | Institutional Consulting