Χιλιάδες Αλβανοί φοιτητές από τη Βόρεια Μακεδονία πραγματοποίησαν το απόγευμα πορεία διαμαρτυρίας στο κέντρο των Σκοπίων, διεκδικώντας το δικαίωμα να εξετάζονται στην αλβανική γλώσσα για την απόκτηση άδειας άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος.
Η πορεία κατέληξε στο υπουργείο Δικαιοσύνης, με τη συμμετοχή Αλβανών πανεπιστημιακών, εκπροσώπων ενώσεων, πολιτών και φοιτητών από το Κόσοβο. Οι διαδηλωτές κρατούσαν αλβανικές σημαίες, καθώς και σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης ακούστηκαν συνθήματα υπέρ του UÇK, της ένοπλης αλβανικής οργάνωσης που είχε συγκρουστεί το 2001 με τις κυβερνητικές δυνάμεις της τότε ΠΓΔΜ. Οι φοιτητές υποστήριξαν ότι, αν και το νομικό πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα εξέτασης στη μητρική τους γλώσσα, η κυβέρνηση του Χρίστιαν Μίτσκοσκι αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημά τους.
Τόνισαν ακόμη πως, αφού φοιτούν επί τέσσερα χρόνια σε νομικές σχολές όπου η διδασκαλία γίνεται στην αλβανική γλώσσα, έχουν το δικαίωμα να εξετάζονται επίσης στα αλβανικά. Παράλληλα, ζήτησαν την παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης Ίγκορ Φίλκοφ, κατηγορώντας τον ότι δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή των εξετάσεων υποψηφίων δικηγόρων και στην αλβανική γλώσσα.
Πολιτικές αντιδράσεις και στήριξη
Η κινητοποίηση ήταν η δεύτερη μετά από αντίστοιχη διαμαρτυρία στις αρχές Απριλίου και στηρίχθηκε από το αντιπολιτευόμενο και μεγαλύτερο αλβανικό κόμμα της χώρας, το DUI του Αλί Αχμέτι. Το κόμμα κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι υπονομεύει συστηματικά τη χρήση της αλβανικής γλώσσας στη Βόρεια Μακεδονία.
Από την πλευρά του, το συγκυβερνών αλβανικό κόμμα VLEN («Αξίζει») δήλωσε ότι στηρίζει το αίτημα των φοιτητών, ωστόσο υποστήριξε πως οι κινητοποιήσεις υποκινούνται από το DUI για μικροκομματικά οφέλη.
Πρωθυπουργική παρέμβαση
Λίγες ώρες πριν από την πορεία, ο πρωθυπουργός Χρίστιαν Μίτσκοσκι συναντήθηκε με την ηγεσία του VLEN για να αναζητηθεί λύση στο ζήτημα, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Νόμο περί Χρήσης Γλωσσών. Οι Αλβανοί αποτελούν περίπου το 25% του πληθυσμού της Βόρειας Μακεδονίας, γεγονός που καθιστά τη διαχείριση του ζητήματος ιδιαίτερα κρίσιμη για την κοινωνική συνοχή και τα πολιτικά ισοζύγια της χώρας.