Η Άγγελα Μέρκελ, πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να ενισχύσει τις διπλωματικές της πρωτοβουλίες απέναντι στη Ρωσία, με στόχο την επίτευξη ειρήνης στην περιοχή.
Σε συνέντευξή της στο δημόσιο τηλεοπτικό δίκτυο WDR, η Μέρκελ εξέφρασε τη λύπη της επειδή, όπως είπε, η Ευρώπη «δεν αξιοποιεί επαρκώς το διπλωματικό δυναμικό της». Παράλληλα, χαρακτήρισε «απόλυτα δικαιολογημένη» τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία, θεωρώντας ότι συμβάλλει σε ένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα.
Η Μέρκελ υπενθύμισε ότι κυβέρνησε τη Γερμανία για 16 χρόνια, έως τον Δεκέμβριο του 2021, λίγους μήνες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Έκτοτε, έχει δεχθεί επικρίσεις για την πολιτική επιείκειας απέναντι στη Μόσχα και για την ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας από τη ρωσική ενέργεια.
Η Γερμανία, πλέον, έχει αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς υποστηρικτές της Ουκρανίας, επανεκκινώντας την αμυντική της βιομηχανία. «Στρατιωτική αποτροπή + διπλωματικές δραστηριότητες, είναι κάτι που θεωρώ σημαντικό», σημείωσε η Μέρκελ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συνδυασμού των δύο προσεγγίσεων.
Η ίδια τόνισε ότι «δεν είναι αρκετό» μόνο ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να διατηρεί επαφή με τη Ρωσία, προσθέτοντας: «Και εμείς μετράμε, ως Ευρωπαίοι».
Η στάση της Μέρκελ και οι δηλώσεις Μερτς
Αναφερόμενη στο ενδεχόμενο διαμεσολάβησης στη σύγκρουση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η Μέρκελ επεσήμανε ότι κατά τις συνομιλίες του Μινσκ, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, «δεν θα της περνούσε από το μυαλό» να ζητήσει από διαμεσολαβητή να μιλήσει με τον Ρώσο πρόεδρο. «Πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας», πρόσθεσε χαρακτηριστικά.
Σε ερώτηση προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν για το ποιον Ευρωπαίο ηγέτη θα προτιμούσε για επανέναρξη διαλόγου, εκείνος είχε απαντήσει ότι «προσωπικά» θα επέλεγε τον πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ.
Απαντώντας στα σχόλια της Μέρκελ, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η Γερμανία και οι Ευρωπαίοι εταίροι της «έχουν δεσμευτεί εδώ και πολύ καιρό σε έναν εντατικό διάλογο για τον τρόπο επίτευξης από κοινού μιας ειρηνικής λύσης». Τόνισε, ωστόσο, ότι «η Ρωσία απάντησε σε κάθε πρόταση για διαπραγμάτευση με ακόμη πιο σφοδρούς βομβαρδισμούς», επισημαίνοντας πως αυτό πρέπει να σταματήσει ώστε να καταστεί δυνατή οποιαδήποτε διαδικασία διαλόγου.