Η ελληνική οικονομία μπορεί να καταγράφει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να προσελκύει επενδύσεις και να εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα βαθιά διαρθρωτικό πρόβλημα που περιορίζει την ανταγωνιστικότητά της.
Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο τη φορολογία ή τη γραφειοκρατία, αλλά το ίδιο το μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων.
Πλέον, η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι μόνο να προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις, αλλά να δημιουργήσει μεγαλύτερες, πιο ανθεκτικές και περισσότερο εξωστρεφείς επιχειρήσεις, καθώς η παραγωγικότητα θα συνεχίσει να αποτελεί το μεγαλύτερο διαρθρωτικό μειονέκτημα της χώρας και να περιορίζει τη δυνατότητά της να συγκλίνει με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.
Όπως επισημαίνει η μελέτη της EY, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πρόθυμες να επενδύσουν στην τεχνολογία, στην καινοτομία και στον ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά παραμένουν ιδιαίτερα συντηρητικές όταν πρόκειται για αλλαγές στη μετοχική τους σύνθεση ή στη δομή ιδιοκτησίας.
Η περιορισμένη διάθεση για συγχωνεύσεις, η υποχώρηση του ενδιαφέροντος για private equity, η προτίμηση στην αυτοχρηματοδότηση και η απουσία οργανωμένων σχεδίων διαδοχής στις περισσότερες οικογενειακές επιχειρήσεις συνθέτουν την εικόνα μιας επιχειρηματικής κοινότητας που συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στη διατήρηση του ελέγχου και στη σταδιακή οργανική ανάπτυξη.
Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης σε σχέση με όσους θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω συνεργασιών ή εισόδου νέων επενδυτών.
Προβληματισμός για την χαμηλή παραγωγικότητα
Στα πλαίσια της παρουσίασης της έκθεσης της EY Entrepreneurship Barometer 2026, ο Μ. Βερέμης, σημείωσε ότι το πρόβλημα δεν είναι πως δεν πραγματοποιούνται επενδύσεις, αλλά ότι αυτές κατευθύνονται κυρίως στις κατασκευές και τον τουρισμό και λιγότερο σε παραγωγικούς κλάδους που δημιουργούν διατηρήσιμη ανάπτυξη και υψηλή προστιθέμενη αξία.
Όπως ανέφερε, το μεγαλύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα της χώρας είναι ότι περίπου το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων απασχολεί λιγότερους από δέκα εργαζόμενους. Επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους, όπως σημείωσε, δύσκολα μπορούν να επενδύσουν στην καινοτομία, να αποκτήσουν οικονομίες κλίμακας, να αναπτυχθούν διεθνώς ή να αυξήσουν ουσιαστικά την παραγωγικότητά τους.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους δείκτες παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η παραγωγικότητα παραμένει περίπου στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερα υψηλές ώρες εργασίας των Ελλήνων, το πραγματικό επίπεδο υποχωρεί ακόμη περισσότερο.
«Αυτό θα έπρεπε να μας κρατάει ξύπνιους κάθε βράδυ», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Βερέμης, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση της παραγωγικότητας πρέπει να αποτελέσει εθνικό στόχο και ότι αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μεγαλύτερες επιχειρηματικές μονάδες.
Η κουλτούρα που κρατά μικρές τις επιχειρήσεις
Τα συμπεράσματα αυτά επιβεβαιώνονται και από την έρευνα της EY, η οποία αναδεικνύει ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα εξακολουθεί να εμφανίζει έντονη απροθυμία απέναντι στις συγχωνεύσεις, στην είσοδο νέων επενδυτών αλλά και στη χρηματιστηριακή αγορά.
Σύμφωνα με την έρευνα, επτά στους δέκα επιχειρηματίες (69%) δεν εξετάζουν την πώληση της επιχείρησής τους μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 58% της προηγούμενης χρονιάς. Παράλληλα, το 40% θεωρεί ως πιθανότερη επιλογή τη μεταβίβαση της εταιρείας στα μέλη της οικογένειας, ενώ μειώνεται το ενδιαφέρον για είσοδο επενδυτικών κεφαλαίων ή private equity, το οποίο περιορίζεται στο 32%.
Ακόμη πιο περιορισμένη είναι η διάθεση αξιοποίησης της κεφαλαιαγοράς, καθώς μόλις 19% των επιχειρηματιών δηλώνει ότι θα εξέταζε την εισαγωγή της εταιρείας του στο Χρηματιστήριο μέσω δημόσιας εγγραφής.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την είσοδο νέων επενδυτών και τη μεταβολή του ιδιοκτησιακού σχήματος περισσότερο ως απώλεια ελέγχου παρά ως ευκαιρία επιτάχυνσης της ανάπτυξης.
Την ίδια στιγμή, οι περισσότερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να στηρίζουν την ανάπτυξή τους κυρίως στα δικά τους κεφάλαια. Η έρευνα δείχνει ότι το 66% χρηματοδοτεί τις επενδύσεις του μέσω επανεπένδυσης κερδών και ιδίων κεφαλαίων, ενώ μόλις 20% βασίζεται στον τραπεζικό δανεισμό.
Το μοντέλο αυτό μπορεί να διασφαλίζει μεγαλύτερο έλεγχο στους ιδιοκτήτες, περιορίζει όμως τη δυνατότητα πραγματοποίησης μεγάλων επενδύσεων και επιταχυνόμενης ανάπτυξης.
Η παραγωγικότητα περνά μέσα από το μέγεθος
Σύμφωνα με τον κ. Βερέμη, οι μεταρρυθμίσεις των επόμενων ετών θα πρέπει να έχουν ως σαφή στόχο τη δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Όπως επισήμανε, η χώρα χρειάζεται επιχειρήσεις με μεγαλύτερη παραγωγική βάση, οι οποίες θα μπορούν να επενδύουν, να εξάγουν, να αναπτύσσουν νέα προϊόντα και να ανταγωνίζονται διεθνώς.
Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Βασίλης Κάτσος, πρόεδρος και συνιδρυτής της επενδυτικής VNK Capital, που τόνισε ότι η ελληνική οικονομία στερείται ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων που να μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να δημιουργήσουν πραγματική διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, στην Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως «αρρώστια» η ιδέα ότι ένας επιχειρηματίας μπορεί να πουλήσει την εταιρεία του, να συγχωνευθεί ή να δεχθεί έναν στρατηγικό επενδυτή.
«Αν όμως δεν αλλάξει αυτή η νοοτροπία, τότε αυτή θα γίνει η πραγματική αρρώστια της οικονομίας», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις δεν αποτελούν απώλεια αλλά εργαλείο ανάπτυξης.
Πρόβλημα νοοτροπίας που κρατάει πίσω την οικονομία
Από την πλευρά του, ο ιδρυτής και πρόεδρος της Quest Θ. Φέσσας, υπογράμμισε ότι μεγάλο μέρος του προβλήματος εντοπίζεται στον έντονο ατομικισμό που χαρακτηρίζει την ελληνική επιχειρηματικότητα.
Όπως ανέφερε, πολλοί επιχειρηματίες εξακολουθούν να θεωρούν ότι η πλήρης ανεξαρτησία αποτελεί μεγαλύτερη αξία από τη συμμετοχή σε ένα μεγαλύτερο και ισχυρότερο επιχειρηματικό σχήμα.
Η αντίληψη αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, οδηγεί στη διατήρηση ενός ιδιαίτερα κατακερματισμένου επιχειρηματικού χάρτη, ο οποίος δυσκολεύεται να παράγει οικονομίες κλίμακας, να επενδύσει συστηματικά στην εξωστρέφεια και να δημιουργήσει επιχειρήσεις με διεθνή εμβέλεια.
Κάτι που επισημαίνει και η ίδια η έρευνα της EY καταγράφοντας ότι οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν την ανάγκη για ανάπτυξη, αλλά παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι στις κινήσεις που θα μπορούσαν να την επιταχύνουν.
Επενδύουν κυρίως οργανικά, αποφεύγουν τη συμμετοχή νέων επενδυτών και εμφανίζονται διστακτικές απέναντι στις συγχωνεύσεις ή στην εισαγωγή στο Χρηματιστήριο.
Την ίδια στιγμή οι οικογενειακές επιχειρήσεις, που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής επιχειρηματικότητας, εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικές απέναντι στις αλλαγές που απαιτούνται για τη διασφάλιση της συνέχειάς τους, σύμφωνα με την έρευνα της EY.
Αν και αποτελούν το 59% του δείγματος, οι περισσότερες δεν έχουν ακόμη προετοιμαστεί ουσιαστικά για τη μετάβαση στην επόμενη γενιά.
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η διαδοχή αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των οικογενειακών επιχειρήσεων. Ωστόσο, μόνο το 31% δηλώνει ότι διαθέτει επίσημο σχέδιο διαδοχής, ενώ το 33% δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με το ζήτημα. Παράλληλα, ένα επιπλέον 16% περιορίζεται σε ανεπίσημες συζητήσεις, χωρίς οργανωμένο σχέδιο για τη μετάβαση της διοίκησης και της ιδιοκτησίας στην επόμενη γενιά.
Σύμφωνα με την EY, η διαδοχή δεν αποτελεί μόνο θέμα εταιρικής διακυβέρνησης, αλλά συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ οικογένειας και επιχείρησης, καθώς οι δύο αυτοί παράγοντες παραμένουν στενά συνδεδεμένοι στις περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις.
Παρά τις προκλήσεις, οι οικογενειακές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στη διατήρηση του οικογενειακού ελέγχου και της περιουσίας. Η έρευνα δείχνει ότι το 62% επιλέγει να επανεπενδύει τα κέρδη του στην επιχείρηση, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική της οργανικής ανάπτυξης, ενώ η μεταβίβαση της εταιρείας στα μέλη της οικογένειας παραμένει το κυρίαρχο μοντέλο συνέχειας.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι, παρά την αναγνώριση των προκλήσεων που δημιουργεί η διαδοχή και το μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον, πολλές ελληνικές οικογενειακές επιχειρήσεις εξακολουθούν να διστάζουν να ανοίξουν τη μετοχική τους σύνθεση ή να αναζητήσουν στρατηγικούς και χρηματοοικονομικούς εταίρους, επιλέγοντας να διατηρήσουν τον οικογενειακό χαρακτήρα και τον έλεγχο της επιχείρησης.