Τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ισλαμικό τέμενος στην πόλη Σαν Ντιέγκο, τη δεύτερη πολυπληθέστερη στην Καλιφόρνια, ύστερα από επίθεση δύο εφήβων, οι οποίοι βρέθηκαν νεκροί κοντά στον χώρο λατρείας. Σύμφωνα με τις αρχές, οι δράστες αυτοκτόνησαν.
«Ως αυτό το στάδιο, φαίνεται ότι οι ύποπτοι σκοτώθηκαν εξαιτίας τραυμάτων από σφαίρες που προκάλεσαν οι ίδιοι στους εαυτούς τους», δήλωσε ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σαν Ντιέγκο, Σκοτ Γουάλ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου. Ο ίδιος πρόσθεσε πως «πιστεύουμε πως ήταν 17 και 19 ετών», χωρίς να αποκαλύψει τις ταυτότητές τους.
Τα κίνητρα της επίθεσης παραμένουν άγνωστα, ωστόσο η αστυνομία εξετάζει το ενδεχόμενο να πρόκειται για ισλαμοφοβική ενέργεια και κάνει λόγο για έγκλημα μίσους. Ο επικεφαλής της αστυνομίας ανέφερε πως ένας από τους τρεις νεκρούς ήταν φύλακας του τεμένους, ενώ οι άλλοι δύο εργάζονταν εκεί.
Κατά τα πρώτα στοιχεία της έρευνας, ο φύλακας «διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο ότι αποφεύχθηκε η κατάσταση να γινόταν πολύ χειρότερη», σύμφωνα με τον αξιωματικό της αστυνομίας. Η επίθεση σημειώθηκε στο Ισλαμικό Κέντρο του Σαν Ντιέγκο, όπου στεγάζεται το μεγαλύτερο τέμενος της νότιας Καλιφόρνιας και ισλαμικό ιεροδιδασκαλείο.
Η αστυνομία κινητοποιήθηκε άμεσα, αναπτύσσοντας δεκάδες βαριά οπλισμένους άνδρες στην περιοχή στις 11:43 (τοπική ώρα· 21:43 ώρα Ελλάδας). Οι πρώτοι αστυνομικοί έφτασαν «μέσα σε τέσσερα λεπτά» και εντόπισαν «τρεις νεκρούς» μπροστά στο τέμενος, σύμφωνα με τον επικεφαλής της αστυνομίας.
Αντιδράσεις από πολιτική και θρησκευτική ηγεσία
Στο Λευκό Οίκο, ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την επίθεση «φρικτή κατάσταση». Ο δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, ενημερώθηκε άμεσα για το περιστατικό, σύμφωνα με ανακοίνωση των υπηρεσιών του.
Ο ιμάμης του κέντρου, Τάχα Χασάν, εξέφρασε τη βαθιά του θλίψη δηλώνοντας πως «δεν είχαμε ξαναζήσει ποτέ πριν τέτοια τραγωδία», ενώ απηύθυνε τις «προσευχές» του στην κοινότητα των μουσουλμάνων της πόλης. «Είναι σκανδαλώδες να γίνεται στόχος οποιοσδήποτε χώρος λατρείας», πρόσθεσε σε έντονο τόνο.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Αμερικανοϊσλαμικών Σχέσεων (CAIR), Ταζίν Νιζάμ, καταδίκασε «σθεναρά αυτή τη φρικιαστική πράξη βίας», υπογραμμίζοντας πως «κανένας δεν θα έπρεπε να φοβάται καθώς προσεύχεται ή πάει σχολείο».
Η έρευνα και το κοινωνικό πλαίσιο
Ο επικεφαλής της αστυνομίας Γουάλ διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει «περαιτέρω απειλή» μετά τον εντοπισμό των δύο δραστών νεκρών μέσα σε όχημα και πρόσθεσε ότι όλα τα παιδιά του σχολείου είναι ασφαλή. Στην έρευνα συμμετέχει και η ομοσπονδιακή αστυνομία (FBI).
Η επίθεση σημειώθηκε μία εβδομάδα πριν από την Έιντ αλ Άντχα («εορτή της θυσίας»), σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πληθώρα περιστατικών ένοπλης βίας, καθώς η χώρα διαθέτει περισσότερα πυροβόλα όπλα απ’ ό,τι κατοίκους. Το 2025, σχεδόν 15.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από σφαίρες – χωρίς να υπολογίζονται οι αυτοκτονίες – σύμφωνα με τα στοιχεία του Gun Violence Archive.
Οι επιθέσεις με τη χρήση πυροβόλων όπλων αποτελούν διαχρονική μάστιγα για τις ΗΠΑ, με τις διαδοχικές κυβερνήσεις να αδυνατούν να περιορίσουν το φαινόμενο, ενώ το λόμπι των κατασκευαστών και εμπόρων όπλων παραμένει εξαιρετικά ισχυρό.