Ο ύπατος αρμοστής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ εξέφρασε τη βαθιά του λύπη για τη νέα νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις «επιστροφές» μεταναστών, υπογραμμίζοντας ότι τα κράτη-μέλη δεν μπορούν να μεταθέτουν τις ευθύνες τους σε τρίτες χώρες.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την Τετάρτη τον κανονισμό που αφορά τις επιστροφές μεταναστών οι οποίοι δεν έλαβαν άσυλο. Η μεταρρύθμιση αυτή προβλέπει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών για τη δημιουργία «κέντρων επιστροφής» εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων.
«Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν απλώς να μεταθέτουν σε τρίτες χώρες τις υποχρεώσεις τους ως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο Φόλκερ Τουρκ. Ο ίδιος επισήμανε ότι «η κράτηση και η επιστροφή σε τρίτες χώρες ευάλωτων ατόμων, περιλαμβανομένων παιδιών, αποτελεί μία εξαιρετικά λεπτή άσκηση κρατικής εξουσίας και φέρει υψηλούς κινδύνους παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου».
Ο ύπατος αρμοστής τόνισε την ανάγκη να επιδεικνύεται «ιδιαίτερη προσοχή στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και στην αξιοπρέπεια - εν τοις πράγμασι και στο πλαίσιο του νόμου».
Επί του παρόντος, μόνο το 20% των αποφάσεων απέλασης αλλοδαπών χωρίς νόμιμα έγγραφα διαμονής στην ΕΕ καταλήγουν σε επιστροφή, στοιχείο που προκαλεί έντονη κριτική από όσους υποστηρίζουν αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική.
Αντιδράσεις και ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα
Υπό την πίεση για αυστηροποίηση των διαδικασιών, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε πριν από έναν χρόνο νομοθετικό πλαίσιο με στόχο την αύξηση των απελάσεων. Η πρωτοβουλία αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ευρωβουλευτές της αριστεράς και μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
«Η διεθνής νομοθεσία για τα δικαιώματα του ανθρώπου και για τους πρόσφυγες είναι σαφής: κανείς δεν πρέπει να προωθείται προς τόπο όπου κινδυνεύει με σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου», υπογράμμισε ο Φόλκερ Τουρκ, υπενθυμίζοντας τη θεμελιώδη αρχή της μη επαναπροώθησης.
«Πρέπει να τηρείται καθολικά από όλες τις χώρες και τα εδάφη σε όλες τις περιπτώσεις», πρόσθεσε, επισημαίνοντας ότι «οι αποφάσεις απέλασης θα πρέπει να βασίζονται πάντοτε σε εξατομικευμένες αποφάσεις και δεν πρέπει να εφαρμόζονται πριν από την ολοκλήρωση των διαδικασιών έφεσης».
Ο ύπατος αρμοστής κατέληξε τονίζοντας την ανάγκη για μια προσέγγιση που θα λαμβάνει υπόψη «τη συμβολή των μεταναστών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και οικονομίες».