Τίτλος: Ασφάλιση υγείας: Οι αιτίες των αυξήσεων και οι λύσεις στο τραπέζι
Ασφάλιστρα υγείας: Τι οδηγεί τις ανατιμήσεις και ποιες οι παρεμβάσεις
Ασφάλιση υγείας: Πού οφείλονται οι αυξήσεις και τι εξετάζεται
Ασφάλιστρα υγείας: Οι πιέσεις στις τιμές και οι αλλαγές που έρχονται
Ασφάλιστρα υγείας: Αυξήσεις 7%-12% εν αναμονή του δείκτη ΕΛΣΤΑΤ
Εν αναμονή του Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής Ασφαλίστρων από την ΕΛΣΤΑΤ, οι ασφαλιστικές εταιρείες της χώρας προχωρούν σταδιακά σε αυξήσεις των ασφαλίστρων, πυροδοτώντας συζητήσεις και αντιδράσεις γύρω από το θέμα.
Συγκεκριμένα, η αγορά και οι ασφαλισμένοι περίμεναν την ανακοίνωση του νέου δείκτη που θα ορίζει το ύψος της αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων υγείας στο τέλος του περσινού έτους, ημερομηνία που μετατέθηκε πριν το φετινό Πάσχα και πλέον η αγορά τοποθετεί στο τέλος του 2026.
Στο μεσοδιάστημα όμως, οι εταιρείες προχώρησαν σε αυξήσεις, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 7-12% και έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς αφορούν μεταξύ άλλων και τα παλαιά ισόβια συμβόλαια που προσέφεραν σιγουριά στους ασφαλισμένους, οι οποίοι συχνά και λόγω ηλικίας δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στο κόστος.
Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (EAEE) έχει αναδείξει επανειλημμένα στον δημόσιο λόγο την ανάγκη για άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις προκειμένου να επιτευχθεί εξορθολογισμός του κόστους υγείας, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει πρόοδος μέχρι σήμερα.
Όπως αναφέρει, οι ανατιμήσεις δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την ασφαλιστική αγορά, αλλά επηρεάζεται από ολόκληρη την αλυσίδα κόστους στον κλάδο της υγείας.
«Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν δημιουργούν ούτε διαμορφώνουν οι ίδιες τις δαπάνες υγείας. Τις καλύπτουν» τονίζει η ΕΑΕΕ, προσθέτοντας πως το κόστος της υγείας αυξάνεται διαρκώς σε όλη την αλυσίδα υπηρεσιών, όπως είναι οι κλινικές και οι ιατροί, και αυτό είναι που ανεβάζει τα ασφάλιστρα προς τα πάνω.
Αξίζει να αναφερθεί πως κάθε χρόνο η ασφαλιστική αγορά καταβάλλει αποζημιώσεις κοντά στο 1 δισ. ευρώ για υπηρεσίες υγείας, με περίπου το 20% να αφορά σε φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου, μειώνοντας το περιθώριο κέρδους των εταιρειών και των μεσολαβητών και αυξάνοντας το βάρος για τους ασφαλισμένους.
Ενδεικτικά, μόνο το 2024 οι αποζημιώσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2023, δηλαδή 21%, καθιστώντας αναγκαία την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων προς τα πάνω, καθώς είναι πρακτικά αδύνατον οι ασφαλιστικές εταιρείες να μπορέσουν να απορροφήσουν το σύνολο των επιπλέον χρεώσεων που προέρχονται από τους υπόλοιπους παράγοντες της αλυσίδας κόστους.
Η «φουρτούνα» για τους ασφαλισμένους δεν τελειώνει εδώ, καθώς η αγορά καταγγέλλει πως τα ιδιωτικά θεραπευτήρια προχωρούν σε αυθαίρετες τιμολογιακές πολιτικές, αναλόγως με το αν ο ασθενής είναι ασφαλισμένος ή όχι.
Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για υψηλότερες χρεώσεις σε ασφαλισμένους πολίτες από ότι σε ανασφάλιστους, καθιστώντας το τελικό κόστος πιο ακριβό για όσους έχουν ιδιωτικό πλάνο υγείας.
Η πρακτική αυτή υποβαθμίζει σημαντικά τον ρόλο της ιδιωτικής ασφάλισης, ο οποίος είναι ιδιαιτέρως σημαντικος για ολόκληρο το σύστημα υγείας, καθώς καλύπτει ανάγκες περίθαλψης εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών σε ιδιωτικές δομές, συμβάλλοντας στην αποσυμφόρηση του ΕΣΥ, ενώ παράλληλα απορροφά υγειονομική δαπάνη προς όφελος του κρατικού προϋπολογισμού, βοηθώντας έμπρακτα στη βιωσιμότητα του δημόσιου συστήματος.
Πώς το κόστος της υγείας αυξάνει το κόστος των ασφαλίστρων
Σε αυτό το περιβάλλον, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπαθούν να συγκρατήσουν την επιβάρυνση των πελατών τους, παραμένοντας ωστόσο ευθυγραμμισμένες με το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο τις υποχρεώνει να διαθέτουν πάντα επαρκή κεφάλαια για να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους.
Με απλά λόγια, μια εταιρεία πρέπει να μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποδείξει πως είναι ικανή να καλύψει τις αποζημιώσεις των πελατών της, επομένως περιορίζεται το πόσο βαθιά μπορεί να βάλει το χέρι στην τσέπη για να απορροφήσει η ίδια τις αυξήσεις.
Επομένως, αν οι αυξήσεις των ασφαλίστρων περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, όπως συνέβη το 2025, θα δημιουργούνταν σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το Solvency II, οι οποίες σύμφωνα θα υπερέβαιναν τα 5 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ΕΑΕΕ, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το διπλάσιο των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρεί σήμερα η ελληνική ασφαλιστική αγορά για όλους τους κλάδους, που ανέρχεται σε 4,1 δισ. ευρώ.
Η αύξηση του κόστους της υγειονομικής κάλυψης αποτελεί διεθνή πρόκληση, ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού, των πληθωριστικών πιέσεων και της συνεχούς εξέλιξης της ιατρικής επιστήμης.
Ειδικότερα, η ενσωμάτωση νέων ιατρικών τεχνολογιών, καινοτόμων θεραπειών και προηγμένων διαγνωστικών μεθόδων η οποία βελτιώνει σημαντικά τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, συνεπάγεται και ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
Στην Ελλάδα, η πίεση αυτή είναι εντονότερη λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της αγοράς υγείας, όπως είναι ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης στους ιδιωτικούς παρόχους, ιδιαίτερα στις νοσοκομειακές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης, ενισχύοντας τις ανοδικές πιέσεις στο κόστος.
Επιπλέον, οι υπηρεσίες των ιδιωτικών νοσοκομείων στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στις ακριβότερες στην Ευρώπη, φτάνοντας σε ορισμένες ιατρικές επεμβάσεις να είναι συγκρίσιμες ακόμη και με τα επίπεδα κόστους των Ηνωμένων Πολιτειών
Τα έξοδα των ασφαλιστικών εταιρειών συμπληρώνονται από το κόστος της περίθαλψης που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι τους από ιδιώτες παρόχους υγείας, όπως κλινικές και γιατρούς, μέσω των ασφαλίστρων που συγκεντρώνουν.
Ενδεικτικά, ο διάστημα 2020-2024, η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας ανήλθε σε 10,8%, ενώ ειδικά για την περίοδο 2022-2024 το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 18,9%.
Πώς διαμορφώνεται το κόστος του ασφαλίστρου
Το ασφάλιστρο που πληρώνει ο καταναλωτής διαμορφώνεται από το συνολικό κόστος αποζημιώσεων υγείας που πληρώνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα έξοδα λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, τις αμοιβές των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και τη σχετική φορολόγηση.
Στην αρχή της αλυσίδας κόστους υγείας βρίσκεται ο ΦΠΑ 24% που επιβαρύνει κάθε ιδιωτική πληρωμή προς τις ιδιωτικές κλινικές, αποτελώντας σχεδόν το 1/5 του κόστους που πληρώνουν οι πολίτες σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο.
Αντιστοίχως, στο τέλος της αλυσίδας βρίσκεται ο Φόρος Ασφαλίστρων, ύψους 15% για τους ενήλικες, ανεβάζοντας τη συνολική φορολογία στο 39%.
Αυτοί οι φόροι επιβαρύνουν κάθε ιδιωτική πληρωμή προς τις ιδιωτικές κλινικές, αυξάνοντας αναλογικά και τις αποζημιώσεις που πληρώνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες.
Ως αποτέλεσμα, το ύψος του ασφαλίστρου επηρεάζεται άμεσα, παρά τις προσπάθειες των ασφαλιστικών εταιρειών για απορρόφηση μέρους του κόστους.
Όσον αφορά στα κόστη των αποζημιώσεων, αυτά διαμορφώνονται από τη συχνότητα, το είδος και τη σοβαρότητα των περιστατικών υγείας, την εισαγωγή πιο σύγχρονων και πιο δαπανηρών μεθόδων διάγνωσης και θεραπείας και φυσικά τον πληθωρισμό.
Για παράδειγμα, η αύξηση ογκολογικών περιστατικών σε όλες πλέον τις ηλικίες, καθώς και η χρήση ρομποτικής, ανοσοθεραπείες και PET scan για τις διαγνώσεις, ειδικά στη μετά-covid εποχή, έχει οδηγήσει σε εκτίναξη του συνολικού κόστους αποζημιώσεων υγείας.
Οι παρεμβάσεις που προτείνει η ΕΑΕΕ
Όπως τονίζει η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (EAEE), η αύξηση ασφαλίστρων είναι απλώς το αποτέλεσμα· το πραγματικό πρόβλημα είναι η αύξηση του κόστους υγείας, που χρειάζεται παρεμβάσεις σε όλους τους παράγοντες που το διαμορφώνουν.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, η ΕΑΕΕ έχει από το 2023 αναδείξει δημόσια την ανάγκη άμεσων και ουσιαστικών παρεμβάσεων για τον εξορθολογισμό του κόστους υγείας, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει πρόοδος μέχρι σήμερα.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, όπως:
- η οριζόντια εφαρμογή διαφανών και διεθνώς αναγνωρισμένων συστημάτων αποζημίωσης νοσηλειών (DRGs), για όλους τους πληρωτές, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα.
- η επανεξέταση του καθεστώτος ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας.
- η επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από το φόρο 15% σε όλες τις ηλικίες ή τουλάχιστον στις ηλικίες άνω των 65 ετών.
- η σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) μέσω συνεργασίας των ασφαλιστικών εταιρειών με δημόσια νοσοκομεία προς όφελος των πολιτών, των ασφαλισμένων και των εσόδων του κράτους.
- η διεύρυνση της αδειοδότησης και λειτουργίας των Αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας στις μητροπολιτικές περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης, όπως ακριβώς και στη λοιπή χώρα, για τη διενέργεια επεμβάσεων μικρής και μεσαίας βαρύτητας.
«Η διασφάλιση της συνέχισης και της προσβασιμότητας της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας προϋποθέτει συντονισμένες λύσεις και έναν ουσιαστικό, τεκμηριωμένο διάλογο, προς όφελος των ασφαλισμένων και της βιωσιμότητας του συστήματος υγείας συνολικά» καταλήγει η ΕΑΕΕ.