Στο ραντάρ των διεθνών κολοσσών upstream βρίσκεται τα τελευταία χρόνια η Ανατολική Μεσόγειος, καθώς τόσο η γεωγραφική της εγγύτητα με την Ευρώπη όσο και οι ενδείξεις για σημαντικά αποθέματα υδρογονανθράκων, δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για νέες επενδύσεις.
Όπως σημειώνουν παράγοντες από την εγχώρια αγορά upstream, η μεγάλη στροφή των ενεργειακών κολοσσών για εξερεύνηση υδρογονανθράκων στη συγκεκριμένη περιοχή τα τελευταία 15 χρόνια οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην ανακάλυψη κοιτάσματος φυσικού αερίου στο Ισραήλ το 2009 από την Noble Energy.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, παρά τη διεθνή συζήτηση γύρω από την ενεργειακή μετάβαση και τον εξηλεκτρισμό, οι υδρογονάνθρακες θα παραμείνουν αναγκαίοι για τις επόμενες δεκαετίες.
Μάλιστα, έως το 2040 η παγκόσμια ζήτηση ενδέχεται να απαιτήσει επιπλέον 30 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως με την εξόρυξη ενός βαρελιού πετρελαίου να κυμαίνεται μεταξύ 30 και 70 δολαρίων ανά βαρέλι, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε έργου.
Βέβαια, το κόστος παραγωγής παρουσιάζει σημαντικές διαφορές ανά περιοχή. Έτσι, στη Μέση Ανατολή παραμένει από τα χαμηλότερα παγκοσμίως, διασφαλίζοντας υψηλή ανταγωνιστικότητα, ενώ σε περιοχές όπως η Βενεζουέλα η παραγωγή είναι ακριβότερη λόγω της φύσης των κοιτασμάτων και των τεχνικών δυσκολιών εξόρυξης.
Στο πλαίσιο αυτό η Δυτική Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων με την ExxonMobil και τη Chevron να έχουν μπει σε θαλάσσια οικόπεδα, από κοινού με ελληνικές εταιρείες, ποντάροντας στις προοπτικές αξιοποίησης πιθανών κοιτασμάτων.
Εξάλλου, το ανανεωμένο νομοθετικό πλαίσιο για το φυσικό αέριο, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές, ενισχύει τις προοπτικές εμπορικής αξιοποίησης τυχόν ανακαλύψεων.
Μην ξεχνάμε πως η χώρα μας διαθέτει ήδη τη δυνατότητα εξαγωγών προς την Ιταλία, ενώ μελλοντικά εκτιμάται ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κόμβος τροφοδοσίας και για τις αγορές της Βόρειας Ευρώπης.
H Ελλάδα στο ραντάρ
Επιπλέον, τα τελευταία 15 χρόνια έχει καταγραφεί σημαντική αύξηση στη συλλογή γεωλογικών και γεωφυσικών δεδομένων στην ελληνική επικράτεια, γεγονός που συνέβαλε στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον κλάδο των υδρογονανθράκων.
Ιδιαίτερα την περίοδο 2015-2020, διεθνείς ενεργειακές εταιρείες εισήλθαν στην ελληνική αγορά, ενώ προχώρησαν και νέες παραχωρήσεις ερευνητικών οικοπέδων.
Από το 2020 και έπειτα, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στην υλοποίηση των ερευνητικών προγραμμάτων και των εργασιών πεδίου.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, οι επενδύσεις στον κλάδο έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα, διάρκειας 15 έως 20 ετών, γεγονός που απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό και σημαντική δέσμευση κεφαλαίων.
Πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις η HELLENiQ ENERGY
Η HELLENiQ ENERGY διατηρεί παρουσία σε όλα σχεδόν τα ενεργά ερευνητικά μπλοκ της χώρας, αποτελώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες του ελληνικού κλάδου upstream.
Μετά και τη σύναψη συνεργασιών με μεγάλους διεθνείς ενεργειακούς ομίλους, όπως η Chevron, η εταιρεία κατατάσσεται στην τρίτη θέση μεταξύ των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ενώ την πρώτη θέση καταλαμβάνει η Chevron.
Η ελληνική εταιρεία έχει επενδύσει ήδη δεκάδες εκατομμύρια ευρώ χωρίς ακόμη να υπάρχουν έσοδα, ωστόσο, όπως φαίνεται, συνεχίζει να βλέπει σημαντικές προοπτικές στις ελληνικές θάλασσες.
Πώς λειτουργεί το σύστημα παραχωρήσεων στην Ελλάδα
Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, στην Ελλάδα το κράτος παραχωρεί δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης σε εταιρείες μέσω συμβάσεων μίσθωσης.
Η ερευνητική διαδικασία είναι πολυετής (επτά χρόνια) και εξελίσσεται σε διαδοχικά στάδια, όπου πραγματοποιούνται γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες μεγάλης κλίμακας για την κατανόηση της γεωλογικής ιστορίας μιας περιοχής.
Ακολουθούν δισδιάστατες (2D) σεισμικές έρευνες, οι οποίες επιτρέπουν τον εντοπισμό πιθανών γεωλογικών δομών.
Εφόσον τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, ακολουθούν τρισδιάστατες (3D) σεισμικές έρευνες διάρκειας περίπου δύο ετών, οι οποίες προσφέρουν σαφέστερη εικόνα του υπεδάφους και μόνο μετά την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας λαμβάνεται η τελική απόφαση για γεώτρηση.
Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι πως ακόμη και στην περίπτωση ανακάλυψης εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων, απαιτούνται επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για την ανάπτυξη των υποδομών και την έναρξη παραγωγής.
Η Δυτική Ελλάδα στο επίκεντρο των ερευνών
Η Δυτική Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη μέσω ερευνητικών γεωτρήσεων, λόγω των ιδιαίτερα μεγάλων γεωλογικών βαθών και της σύνθετης γεωλογικής της δομής.
Μέχρι το 2012 δεν υπήρχε το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο που θα επέτρεπε την οργανωμένη και εκτεταμένη γεωτρητική έρευνα, γεγονός που καθυστέρησε σημαντικά την επιστημονική και ενεργειακή αξιοποίηση της περιοχής.
Στο Block 2 (βορειοδυτικά της Κέρκυρας), όπου η ExxonMobil κατέχει το 60%, η Energean το 30% και Helleniq Energy το 10%, ήδη δρομολογείται να μπει τρυπάνι τον Φεβρουάριο του 2027, με στόχο την άνοιξη του 2027 να έχουμε εικόνα για το αν θα έχουμε παραγωγή τα επόμενα χρόνια ή όχι.
Όσον αφορά το Block 10, στο οποίο πρόσφατα εισήλθε η Chevron, η Helleniq Energy έχει ήδη πραγματοποιήσει 3D σεισμικά.
Στο οικόπεδο Α2 τώρα, που παραχωρήθηκε στην Helleniq Energy κατόπιν ενδιαφέροντος που εκδηλώθηκε το 2024, η κοινοπραξία των Chevron και Helleniq Energy σχεδιάζει να πραγματοποιήσει απευθείας 3D έρευνες, ώστε η μελέτη των δύο θαλασσοτεμαχίων να συγχρονιστεί και να αποκτηθεί ενιαία γεωλογική εικόνα.
Αυτός είναι λόγος που το σχήμα ζήτησε και 15μηνη παράταση στο μπλοκ 10, για την περαιτέρω ανάλυση των μετρήσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν τα θαλάσσια οικόπεδα νοτιοδυτικά της Κρήτης, τα οποία βρίσκονται σήμερα στη δεύτερη φάση ερευνών.
Η τρέχουσα περίοδος ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο του 2027, οπότε και θα ληφθούν οι αποφάσεις για το εάν θα ακολουθήσουν ερευνητικές γεωτρήσεις.
Υψηλό ρίσκο, αλλά σημαντικές προοπτικές
Οι πιθανότητες επιτυχίας μιας ερευνητικής γεώτρησης στην Ελλάδα θεωρούνται χαμηλότερες σε σχέση με ώριμες πετρελαϊκές περιοχές.
Συνολικά έχουν πραγματοποιηθεί μόλις 13 υπεράκτιες γεωτρήσεις την περίοδο 1978-1982, ενώ η τελευταία offshore γεώτρηση στην Ελλάδα έγινε το 1982.
Η έλλειψη σύγχρονων δεδομένων καθιστά δυσκολότερη την αξιολόγηση των γεωλογικών κινδύνων σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου.
Όπως αναφέρουν παράγοντες του κλάδου, ποσοστό επιτυχίας της τάξης του 15%-20% θεωρείται επαρκές για να δικαιολογήσει την πραγματοποίηση μιας γεώτρησης, δεδομένου πως η χώρα διαθέτει περιορισμένο ιστορικό ερευνητικών δεδομένων.
Είναι ενδεικτικό ότι στο Block 2 αποφασίστηκε ερευνητική γεώτρηση, καθώς η πιθανότητα επιτυχίας αγγίζει το 16%.
Σε πιο «ώριμες» ερευνητικά χώρες, όπου έχουν πραγματοποιηθεί πολλές γεωτρήσεις, το αντίστοιχο ποσοστό είναι υψηλότερο, λόγω καλύτερης κατανόησης του υπεδάφους και μπορεί να φτάσει ακόμη και πάνω 35% πιθανότητας επιτυχίας.
Οι παγκόσμιες επενδύσεις στο upstream ανακάμπτουν το 2026
Οι παγκόσμιες επενδύσεις στον τομέα του upstream πετρελαίου και φυσικού αερίου το 2026 αναμένεται να καταγράψουν οριακή αύξηση, φθάνοντας τα 546 δισ. δολάρια, μετά τη μείωση που σημειώθηκε το προηγούμενο έτος.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με τη συνεχιζόμενη αναταραχή στη Μέση Ανατολή να δημιουργεί προβληματισμό στις αγορές ενέργειας, χωρίς ωστόσο να ανατρέπει τα επενδυτικά σχέδια των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
Οι επενδύσεις παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς η αδράνεια και η μακροχρόνια φύση των ήδη εγκεκριμένων έργων λειτουργούν ως «ασπίδα» απέναντι στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς.
Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στον τομέα του φυσικού αερίου, όπου οι επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά 8%, αντανακλώντας τη διαρκή ζήτηση για καύσιμα χαμηλότερων εκπομπών και τον αυξανόμενο ρόλο του LNG στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Αντίθετα, οι επενδύσεις στο πετρέλαιο αναμένεται να κινηθούν πτωτικά, εξέλιξη που συνδέεται με τη συγκράτηση των τιμών, τη μεγαλύτερη πειθαρχία κεφαλαίων από τις εταιρείες και τη σταδιακή προσαρμογή στις απαιτήσεις της ενεργειακής μετάβασης.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η μεγαλύτερη επενδυτική κινητικότητα αναμένεται να καταγραφεί στην Κεντρική και Νότια Αμερική, καθώς και στην Αφρική, όπου νέα έργα εξερεύνησης και παραγωγής προσελκύουν σημαντικά κεφάλαια.
Η Βόρεια Αμερική διατηρεί ήδη ισχυρή παρουσία, ενώ η Μέση Ανατολή συνεχίζει να αποτελεί βασικό επενδυτικό προορισμό χάρη στο χαμηλό κόστος παραγωγής και τα μεγάλα αποθέματα υδρογονανθράκων.