Κατάσταση έκτακτης ανάγκης κηρύχθηκε στο Λος Άντζελες, καθώς οι πυροσβεστικές δυνάμεις συνεχίζουν για τέταρτη ημέρα να μάχονται με τις φλόγες που καίνε αποθήκη κατεψυγμένων τροφίμων, από την οποία εξακολουθεί να αναδύεται πυκνός μαύρος καπνός.
Η πυρκαγιά ξέσπασε το μεσημέρι της Τετάρτης σε εγκατάσταση 46.400 τετραγωνικών μέτρων. Η παρουσία αφρού ηχομόνωσης, πιθανή διαρροή αμμωνίας και λιωμένα φωτοβολταϊκά πλαίσια δυσχέραναν σημαντικά την επιχείρηση κατάσβεσης, σύμφωνα με τις τοπικές αρχές.
Η δήμαρχος Κάρεν Μπας ανέφερε ότι η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θα «επιτρέψει η πόλη να κινητοποιήσει τους πόρους που χρειάζεται», ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κρίση.
Το Πυροσβεστικό Σώμα του Λος Άντζελες προειδοποίησε μέσω Facebook ότι «η οσμή του καπνού έχει εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της πόλης» και κάλεσε τους πολίτες να περιορίσουν όσο είναι δυνατό την έκθεσή τους.
Αν και η φωτιά έχει περιοριστεί εντός της αποθήκης, δεν έχει πλήρως κατασβεστεί, ενώ εξακολουθούν να εκλύονται καπνοί και έντονη οσμή καμένου πλαστικού.
Οι κάτοικοι της συνοικίας Μπόιλ Χάιτς, στο ανατολικό Λος Άντζελες, έλαβαν αρχικά σύσταση να παραμείνουν στα σπίτια τους, να κρατούν κλειστά τα παράθυρα και να αποφεύγουν την παραμονή σε εξωτερικούς χώρους.
Για όσους δεν μπορούσαν να αποφύγουν τον καπνό, οι αρχές λειτούργησαν κέντρα υποδοχής επί 24ώρου βάσεως, παρέχοντας προσωρινή προστασία και υποστήριξη.
Ωστόσο, η πυροσβεστική προχώρησε αργότερα στην άρση των συστάσεων, εκτιμώντας ότι ο καπνός δεν είναι πιο τοξικός από εκείνον που παράγεται σε συνήθεις πυρκαγιές κτιρίων.
Παράλληλα, οι αρμόδιοι για την ποιότητα του αέρα είχαν εκδώσει προειδοποιήσεις, ζητώντας από τους κατοίκους να αποφεύγουν δραστηριότητες σε εξωτερικούς χώρους, έως ότου βελτιωθούν οι συνθήκες.
Η δημοτική σύμβουλος Ισαβέλ Χουράδο, που εκπροσωπεί την περιοχή όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, εξέφρασε ανησυχία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών.
«Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να υποστούν μέρες καπνού, οδηγιών να παραμείνουν επιτόπου, διατάραξης της καθημερινής ζωής τους» και υπάρχουν «συνεχιζόμενα ερωτήματα για τις συνέπειες στην υγεία και την ευημερία τους», ανέφερε χαρακτηριστικά σε ανακοίνωσή της.