Από αυστηρότερο πλαίσιο εποπτείας, απορρίψεις έργων και σαφείς απαιτήσεις για τεκμηρίωση κόστους συνοδεύεται η απόφαση της ΡΑΑΕΥ για την έγκριση του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης (2025-2034) του ΑΔΜΗΕ συνολικού ύψους άνω των 7,5 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει αναθεωρήσεις κόστους, νέα έργα αλλά και μετατοπίσεις χρονοδιαγραμμάτων.
Στην «καρδιά» του εγκεκριμένου προγράμματος βρίσκονται οι μεγάλες νησιωτικές και διεθνείς διασυνδέσεις, που ενισχύουν, τόσο την ενεργειακή ασφάλεια, όσο και τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας ως κόμβου ηλεκτρικής ενέργειας.
Σχεδόν 5 δισ. ευρώ για Κυκλάδες, Δωδεκάνησα και Β.Α. Αιγαίο
Η στρατηγική του προγράμματος παραμένει ξεκάθαρα προσανατολισμένη στη διασύνδεση των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα, με στόχο, τόσο τη μείωση του κόστους παραγωγής, όσο και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Στις Κυκλάδες, η τέταρτη φάση του έργου αποτελεί το τελευταίο κρίσιμο βήμα για την πλήρη ενσωμάτωση του συμπλέγματος στο ΕΣΜΗΕ.
Περιλαμβάνει ένα σύνθετο πλέγμα υποβρύχιων και χερσαίων καλωδίων που συνδέουν τη Σέριφο, τη Μήλο, τη Φολέγανδρο, τη Θήρα και τη Νάξο με το Λαύριο, ενώ προβλέπονται και δευτερεύουσες διασυνδέσεις σε νησιά των Νοτιοδυτικών Κυκλάδων μέσω του δικτύου μέσης τάσης.
Ο προϋπολογισμός του έργου αναθεωρείται αυξητικά κατά 51 εκατ. ευρώ στα 472 εκατ. ευρώ, γεγονός που σύμφωνα με τη εισήγηση του Διαχειριστή οφείλεται στις εξελισσόμενες ανατιμήσεις των υλικών και των βασικών πρώτων υλών, όπως τα μέταλλα, καθώς και του ενεργειακού κόστους και του κόστους μεταφορών εξαιτίας της επίδρασης των έκτακτων συνθηκών των τελευταίων ετών (πανδημία, ενεργειακή κρίση).
Συνεπώς, όσον αφορά στην ολοκλήρωση της Δ’ Φάσης Διασύνδεσης των Κυκλάδων διαπιστώνεται η περαιτέρω χρονική μετατόπιση του έργου, για το πρώτο εξάμηνο του 2026, δηλαδή με καθυστέρηση ενός εξαμήνου σε σχέση με το τελευταίο ΔΠΑ που είχε εγκριθεί.
Ακόμη πιο εκτεταμένο είναι το έργο διασύνδεσης του Βορειοανατολικού Αιγαίου, το οποίο συνδέει μια αλυσίδα νησιών από τη Λήμνο και τη Λέσβο έως τη Χίο, τη Σάμο και την Κω, δημιουργώντας ένα ενιαίο ενεργειακό δίκτυο στο Αιγαίο.
Το έργο περιλαμβάνει πολλαπλές διασυνδέσεις μεταξύ νησιών αλλά και σύνδεση με την ηπειρωτική χώρα μέσω στρατηγικών κόμβων, όπως η Νέα Σάντα και το Αλιβέρι.
Ωστόσο, η πολυπλοκότητά του αντικατοπτρίζεται τόσο στο αυξημένο κόστος, που πλέον ξεπερνά τα 1,4 δισ. ευρώ (αυξημένο σημαντικά κατά 216,5 εκατ. ευρώ) όσο και στις καθυστερήσεις υλοποίησης, καθώς το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου μετατίθεται κατά ένα έτος, δηλαδή εντός του δεύτερου εξαμήνου του 2030.
Στα Δωδεκάνησα, η παρέμβαση είναι ακόμη πιο φιλόδοξη, καθώς προβλέπει τη διασύνδεση της Κω με το ηπειρωτικό σύστημα μέσω Κορίνθου και στη συνέχεια τη δημιουργία ενός δικτύου που επεκτείνεται προς τη Ρόδο και την Κάρπαθο.
Το έργο συνοδεύεται από υποδομές υψηλής τεχνολογίας, όπως καλώδια συνεχούς ρεύματος και παράλληλες οπτικές ίνες, ωστόσο παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αύξηση κόστους στο σύνολο του προγράμματος, αγγίζοντας σχεδόν τα 3 δισ. ευρώ (2.957 εκατ. ευρώ), αυξημένη σημαντικά κατά 931 εκατ. ευρώ.
Αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου, στις επικαιροποιημένες εκτιμήσεις του Διαχειριστή παρατηρείται μια ολίσθηση του χρονοδιαγράμματος κατά ένα έτος, δηλαδή εντός του δεύτερου εξαμήνου του 2030.
Οι καθυστερήσεις, σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, συνδέονται κυρίως με περιβαλλοντικά και αδειοδοτικά ζητήματα, αλλά και με τεχνικές προσαρμογές στη χάραξη των γραμμών.
Ενίσχυση του ηπειρωτικού δικτύου και νέες ενεργειακές «ραχοκοκαλιές»
Πέρα από τις νησιωτικές διασυνδέσεις, όμως, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ενίσχυση του ηπειρωτικού δικτύου, το οποίο καλείται να διαχειριστεί αυξανόμενα φορτία και μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ενδεικτικά, στη Θεσσαλία, σχεδιάζεται η κατασκευή νέας γραμμής μεταφοράς 400 kV μεταξύ Τρικάλων και Λάρισας, καθώς και η δημιουργία νέου Κέντρου Υπερυψηλής Τάσης, το οποίο θα λειτουργεί ως κρίσιμος κόμβος για τη σταθερότητα του συστήματος σε περιπτώσεις διαταραχών.
Παράλληλα, έργα όπως η ενίσχυση των συνδέσεων σε περιοχές της Μακεδονίας, της Πελοποννήσου και των Σποράδων αποσκοπούν στη βελτίωση της αξιοπιστίας τροφοδότησης και στην αύξηση της μεταφορικής ικανότητας.
Το 2033 έτοιμη η δεύτερη διασύνδεση με την Ιταλία
Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα έργα διεθνών διασυνδέσεων, που ενισχύουν τη διασυνοριακή ανταλλαγή ηλεκτρικής ενέργειας και αναβαθμίζουν τον γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας μας.
Η νέα διασύνδεση Ελλάδας - Ιταλίας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, καθώς, παρά τη σημαντική αύξηση του κόστους, που πλέον προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ, εξακολουθεί να θεωρείται έργο υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η μετατόπιση του χρονοδιαγράμματος για το 2033 συνδέεται με την ανάγκη καλύτερης προετοιμασίας των διαγωνιστικών διαδικασιών και ενσωμάτωσης τεχνικών δεδομένων από μελέτες βυθού και γεωτεχνικές αναλύσεις.
Το έργο περιλαμβάνει σύνθετες υποδομές, όπως σταθμούς μετατροπής και υποβρύχια καλώδια μεγάλης απόστασης, ενώ η υλοποίησή του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον συντονισμό με τον ιταλικό διαχειριστή.
Παρά τις καθυστερήσεις, το έργο εμφανίζει υψηλό δείκτη οφέλους-κόστους, γεγονός που δικαιολογεί τη συνέχισή του.
Παράλληλα, στον ευρύτερο σχεδιασμό εντάσσονται και μελλοντικές διασυνδέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο και άλλες χώρες, οι οποίες βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης.
Όπως προκύπτει από την απόφαση της ΡΑΑΕΥ, αν και δεν αποτελούν ακόμη πλήρως εγκεκριμένα έργα του ΔΠΑ, παρακολουθούνται στενά, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά το ελληνικό σύστημα μεταφοράς τα επόμενα χρόνια.
Έμφαση και στην τεχνολογική αναβάθμιση υποδομών
Το πρόγραμμα του Διαχειριστή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις παραδοσιακές υποδομές μεταφοράς, αλλά επεκτείνεται και στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Η δημιουργία Ψηφιακού Κέντρου Συντήρησης, με αξιοποίηση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης, σηματοδοτεί τη μετάβαση σε ένα πιο σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης υποδομών, όπου η συντήρηση θα βασίζεται σε προβλέψεις και όχι μόνο σε προγραμματισμένες παρεμβάσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανάπτυξη νέου συστήματος ασφαλείας για τις εγκαταστάσεις, με στόχο την προστασία από φυσικούς και ψηφιακούς κινδύνους.
Τα έργα αυτά, αν και μικρότερου προϋπολογισμού σε σχέση με τις διασυνδέσεις, θεωρούνται κρίσιμα για τη μετάβαση σε ένα πιο «έξυπνο» και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα, ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ενεργειακής μετάβασης.
«Κόκκινες γραμμές» και απορρίψεις έργων
Η απόφαση της ΡΑΑΕΥ καθιστά σαφές ότι η υλοποίηση των έργων θα γίνεται πλέον υπό στενότερη παρακολούθηση.
Χαρακτηριστική είναι η απόρριψη της ενίσχυσης της σύνδεσης του ΚΥΤ Νέας Σάντας, κυρίως λόγω έλλειψης μελέτης κόστους-οφέλους και αμφισβήτησης της σκοπιμότητάς του ως έργου ενίσχυσης του συστήματος.
Σύμφωνα με την ΡΑΑΕΥ, το έργο εξυπηρετεί πρωτίστως τη σύνδεση μονάδων ΑΠΕ και όχι την ευρύτερη αξιοπιστία του δικτύου.
Ανάλογη στάση τηρήθηκε και σε έργα που αφορούν κτηριακές αναβαθμίσεις και νέες υποδομές του Διαχειριστή, όπου η έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης οδήγησε στην απόρριψή τους, με τη ΡΑΑΕΥ να ζητά την επανυποβολή τους σε επόμενο σχέδιο, συνοδευόμενη από αναλυτικά στοιχεία.
«Ο Διαχειριστής οφείλει να υποβάλει στη ΡΑΑΕΥ αναλυτικότερη κοστολογική εκτίμηση, αναλυτικό κοστολόγιο για τις δαπάνες, καθώς και προσκόμιση στοιχείων, για την τεκμηρίωσή της όπου αυτό είναι δυνατό για τα κάτωθι έργα: Διασύνδεση Βορειοανατολικού Αιγαίου, Διασύνδεση Δωδεκανήσων, Νέα Διασύνδεση Ελλάδας Τουρκίας, Νέα Διασύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας», αναφέρεται σε άλλο σημείο της απόφασης της Ρυθμιστικής Αρχής.
Το νέο πλαίσιο για το κόστος των έργων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θεσμοθέτηση αυστηρότερων κανόνων για την παρακολούθηση του κόστους.
Η Αρχή αναγνωρίζει ότι οι αυξήσεις οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες, όπως η ενεργειακή κρίση και οι ανατιμήσεις υλικών, ωστόσο καθιστά σαφές ότι στο εξής κάθε αύξηση άνω του 10% θα πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη και αναλυτική τεκμηρίωση.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο σχεδιασμού και υλοποίησης των έργων, ενισχύοντας τη διαφάνεια αλλά και την πίεση προς τον Διαχειριστή για πιο ρεαλιστικούς προϋπολογισμούς.