Η υποχρεωτική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων (B2B), που τίθεται σε ισχύ από τις 2 Φεβρουαρίου 2026 για εταιρείες με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω του 1.000.000 ευρώ, επαναφέρει στο προσκήνιο σημαντικά ζητήματα, όπως επισημαίνει ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου, η νομοθεσία δεν επιβάλλει τη χρήση ιδιωτικού παρόχου για την ηλεκτρονική τιμολόγηση. Το Δημόσιο έχει διαβεβαιώσει ότι προσφέρει δωρεάν δημόσιες λύσεις.
Ωστόσο, στην πράξη, ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων οδηγείται ουσιαστικά στη χρήση παρόχου, καθώς απουσιάζει μια πλήρης και ισοδύναμη δημόσια λύση για κάθε περίπτωση.
Ο Σύλλογος επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν προκύπτει από τη νομοθεσία, αλλά από την έλλειψη ξεκάθαρης ενημέρωσης των επιχειρήσεων και την απουσία διαφανούς πλαισίου ελέγχου κόστους στην αγορά των παρόχων.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί συνθήκες έμμεσης υποχρεωτικότητας, ιδιαίτερα εις βάρος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Υπενθυμίζεται ότι το ζήτημα είχε τεθεί από τον Εμπορικό Σύλλογο Πειραιώς ήδη από τον Οκτώβριο του 2025, προκαλώντας σχετική συζήτηση στη Βουλή και απάντηση από την πολιτεία, χωρίς όμως να υπάρξουν ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα που παραμένουν.
Ο Σύλλογος δηλώνει τη στήριξή του στον ψηφιακό μετασχηματισμό και τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας. Τονίζει, ωστόσο, ότι η ψηφιοποίηση δεν θα πρέπει να συνεπάγεται νέο μόνιμο κόστος ή έμμεσες υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις.
Κατά τον Εμπορικό Σύλλογο Πειραιώς, είναι αναγκαία η σαφής ενημέρωση ότι η χρήση παρόχου δεν αποτελεί υποχρέωση όταν υπάρχει δημόσια εναλλακτική λύση.
Επιπλέον, απαιτείται διαφάνεια και έλεγχος στις χρεώσεις των παρόχων μέσω δημόσιας πλατφόρμας και κατάργηση της υποχρεωτικής προαγοράς πακέτων τιμολογίων για συναλλαγές με το Δημόσιο.
Όπως καταλήγει η ανακοίνωση του Συλλόγου, «η ψηφιοποίηση πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο ανάπτυξης και ασφάλειας δικαίου, όχι ως μηχανισμός μετακύλισης κόστους στην πραγματική οικονομία».