Στο 2,25% διαμορφώθηκε το βασικό επιτόκιο μετά τη σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ως απάντηση στις συνεχιζόμενες πιέσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η χθεσινή αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης αποτελεί την πρώτη από το 2023, με τις αγορές να προεξοφλούν και μια δεύτερη, ισότιμη αύξηση τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο.
Το σενάριο αυτό δεν έχει επιβεβαιώσει, ούτε αποκλείσει η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία κατά τη χθεσινή συνέντευξη τύπου δήλωσε πως «δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για μια συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.
Σε κάθε περίπτωση, είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε όλα τα μέσα που διαθέτουμε στο πλαίσιο της εντολής μας, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί βιώσιμα στον μεσοπρόθεσμο στόχο μας και να διατηρήσουμε την ομαλή λειτουργία της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής».
Η συνέχιση του πολέμου στη Μέση Ανατολή έχει ήδη ασκήσει τις πρώτες πιέσεις στις τιμές της ενέργειας, των καυσίμων και των πρώτων υλών, προμηνύοντας νέο κύμα ακρίβειας.
Επιπλέον, οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία στους υπεύθυνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής.
Ενδεικτικά, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει αγγίξει το 3,2%, από 2,6% που ήταν τον Απρίλιο, ενώ στην Ελλάδα βρίσκεται στο 5%, το τρίτο υψηλότερο ποσοστό της ΕΕ.
Ως αποτέλεσμα, οι επικαιροποιημένες προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος μιλούν για χαμηλότερη ανάπτυξη, κρίνοντας πως ο συνολικός πληθωρισμός αναμένεται να κυμανθεί κατά μέσο όρο στο 3% το 2026 και στο 2,3% το 2027, ενώ η επιστροφή στον στόχο του 2% τοποθετείται προς το τέλος του 2028.
Τι σημαίνουν οι αυξήσεις για επιχειρήσεις και νοικοκυριά
Στην πράξη, η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσεις συμπαρασύρουν το κόστος των υφιστάμενων δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως και το κόστος για νέο δανεισμό.
Για παράδειγμα, όσοι έχουν λάβει στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν άμεσα τη μηνιαία δόση να ανεβαίνει, καθιστώντας σταδιακά την αποπληρωμή όλο και πιο ακριβή, ειδικά για όσους δανειολήπτες έλαβαν πρόσφατα το δάνειο και έχουν μπροστά τους μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής.
Ενδεικτικά, για ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ, με διάρκεια τα 20 έτη, η μηνιαία δόση αυξάνεται κατά 18 ευρώ, λόγω της ανόδου των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης. Από μόνη της, η αύξηση αυτή φαντάζει αμεληταία, αλλά σε βάθος 20ετίας το ποσό αυτό πλησιάζει τις 4.300 ευρώ.
Αν το βασικό σενάριο της αγοράς επιβεβαιωθεί και η ΕΚΤ προχωρήσει και σε δεύτερη αύξηση των επιτοκίων έως το τέλος του έτους, αγγίζοντας το 2,5%, τότε η μηνιαία δόση αυξάνεται κατά περίπου 36 ευρώ και το συνολικό κόστος του δανείου κατά περίπου 8.600 ευρώ σε ορίζοντα 20 ετών.
Αντιστοίχως, αυτοί που ενδιαφέρονται να λάβουν νέο δάνειο θα πρέπει να υπολογίσουν το αυξημένο κόστος χρήματος, το οποίο επηρεάζει άμεσα το τελικό ποσό αποπληρωμής.
Από την άλλη, η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να περάσει στις καταθέσεις σε δεύτερο χρόνο και με μικρότερη επίδραση, μειώνοντας το όφελος των αποταμιευτών.
Δεν υπάρχει ανησυχία για «κόκκινα» δάνεια και πιστωτική επέκταση
Πάντως, οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών δεν ανησυχούν για την επίδραση που θα έχει η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ στους ισολογισμούς τους, ούτε θεωρούν πως θα επηρεάσει τα business plan που έχουν χαράξει για την ερχόμενη τριετία.
Σύμφωνα με τους επιτελείς των τραπεζών, δύο αυξήσεις της τάξης του 0,25% δεν θα έχουν σοβαρή επίπτωση στην πιστωτική επέκταση των ιδρυμάτων, πόσο μάλλον στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Σίγουρα, η άνοδος των επιτοκίων θα έχει άμεσες επιδράσεις στις χορηγήσεις νέων δανείων και στην αποπληρωμή των υφιστάμενων, όμως δεν αναμένεται να επηρεάσει σε βαθμό που θα απειλήσει με ουσιαστικό τρόπο την πιστωτική επέκταση ή που θα δημιουργήσει μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων.
Επιπλέον, οι ισολογισμοί των τραπεζών έχουν εξυγιανθεί και οι χαμηλοί δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν τις αφήνουν εκτεθειμένους στον ενδεχόμενο πιστωτικό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από την άνοδο των επιτοκίων και της ακρίβειας.
Το «κέρδος» για τις τράπεζες
Μάλιστα, η ανοδική αναθεώρηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ θα λειτουργήσει υπέρ των τραπεζών, πυροδοτώντας τα έσοδα από τόκους, καθώς η πλειονότητα των δανείων τους βασίζεται στο Euribor.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν δηλώσει οι διοικήσεις των τραπεζών έως τώρα, για κάθε 25 μονάδες βάσης που αυξάνονται τα έσοδα των τραπεζών, η ενίσχυση στο NII υπολογίζεται σε πάνω από 130 εκατ. ευρώ για τους τέσσερις συστημικούς ομίλους σε βάθος 12 μηνών.
Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα αναμένουν ετήσια αύξηση κατά 40 εκατ. ευρώ στα έσοδα από τόκους για κάθε αύξηση 0,25% των επιτοκίων, η Eurobank περιμένει επιπλέον 30 εκατ. ευρώ και η Alpha Bank περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Αντιστοίχως, και ο πέμπτος τραπεζικός πόλος υπολογίζει πως τα έσοδα από τόκους θα «φουσκώσουν».
Η διοίκηση της CrediaBank έχει κάνει λόγο για άνοδο περίπου 10 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 5 εκατ. αφορούν στην Ελλάδα και τα 5 εκατ. ευρώ στη Μάλτα, ενώ η Optima bank περιμένει περίπου 7,5 εκατ. ευρώ για κάθε 25 μονάδες βάσης που ανεβαίνουν τα επιτόκια.
Για την ώρα, οι αυξήσεις αυτές δεν είναι ενσωματωμένες στο guidance που έχουν δώσει οι τράπεζες για το 2026, το οποίο αναμένεται να αναθεωρήσουν εντός του καλοκαιριού, μαζί με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων χρήσης για το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Τι «βλέπει» η Beta ΑΧΕΠΕΥ
Πριν λίγες μέρες και η Beta ΑΧΕΠΕΥ, είχε αναλύσει την επίδραση που θα είχε μία αύξηση 0,25% των επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Όπως σχολίαζαν οι αναλυτές της χρηματιστηριακής για τις τέσσερις τράπεζες, μια αύξηση των επιτοκίων τον Ιούνιο θα αποφέρει συνολικά 74 εκατ. ευρώ επιπλέον καθαρού εισοδήματος από τόκους (NII) κατά το οικονομικό έτος 2026, ή μια μέση αύξηση κατά 86 μονάδες βάσης σε σχέση με τις προβλέψεις.
Για την Τράπεζα Πειραιώς σχολίαζε πως έχει τον υψηλότερο δείκτη ευαισθησίας έναντι των προβλέψεων (+1,08%). Η Πειραιώς εμφανίζεται ως η τράπεζα με τη θετικότερη επίδραση από την αύξηση των επιτοκίων.
Για την Εθνική Τράπεζα ανέφερε πως η πρόβλεψη της τράπεζας για «χαμηλή μονοψήφια ανάπτυξη» αποτελεί την πιο συντηρητική υπόθεση του ομίλου.
Το καθαρό επιτοκιακό έσοδο είχε ήδη φτάσει στο χαμηλότερο σημείο του το τρίτο τρίμηνο του 2025, στο -9,8% σε ετήσια βάση, μετά από πτώση των επιτοκίων της αγοράς κατά περίπου 150 μονάδες βάσης. Επομένως, μια αύξηση αποτελεί θετικό παράγοντα για την Εθνική Τράπεζα.
Για την Eurobank η οποία έχει τη μεγαλύτερη βάση καθαρών εσόδων από τόκους, ετησιοποιώντας το ποσό του καθαρού τόκου του 1ου τριμήνου, που είναι 664 εκατ. ευρώ, φαίνεται πως οδεύει προς περίπου 2,7 δισ. ευρώ για το οικονομικό έτος 2026.
Η Alpha Bank έχει σκόπιμα διαμορφώσει τον ισολογισμό με τη μικρότερη ευαισθησία στα επιτόκια μεταξύ των ομοειδών τραπεζών, με ευαισθησία μόλις 20 εκατ. ευρώ/25 μονάδες βάσης — περίπου το ήμισυ εκείνης της Εθνικής Τράπεζας και του Πειραιώς.
Αυτό αποτελεί μια ενεργή στρατηγική επιλογή για την προστασία του καθαρού εισοδήματος από τόκους σε ένα περιβάλλον πτωτικών επιτοκίων μέσω αντισταθμίσεων κινδύνου και σταθερότητας των βασικών καταθέσεων.
Συνολικά αναμένει όφελος 19 εκατ. ευρώ στο δεύτερο εξάμηνο για τη Eurobank, 22 εκατ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς και την Εθνική Τράπεζα και μόλις 11 εκατ. ευρώ για την Alpha Bank. Συνολικά το όφελος είναι στα 74 εκατ. ευρώ για τις συστημικές τράπεζες.