Κόκκινο άναψε το Συμβούλιο της Επικρατείας στα αιτήματα για επιστροφή φόρων που καταλόγισε η ΑΑΔΕ σε φορολογούμενους οι οποίοι αποκάλυψαν οικειοθελώς καταθέσεις και άλλα κρυφά (από την εφορία) εισοδήματά τους, αλλά στη συνέχεια, επικαλούμενοι την παραγραφή, το μετάνιωσαν.
Η απόφαση αφορά φορολογούμενους οι οποίοι είχαν βρεθεί σε λίστες καταθετών ξένων τραπεζών (Λαγκάρντ, Μπόργιανς και τα CDs των Εμβασμάτων) και για να αποφύγουν τα βαριά πρόστιμα εντάχθηκαν το 2016 στη ρύθμιση «Οικειοθελή Αποκάλυψη Φορολογητέας Ύλης Παρελθόντων Ετών», δήλωσαν τα ποσά που είχαν αποκρύψει από την εφορία, ώστε να εξασφαλίσουν σημαντική μείωση φόρων και προστίμων.
Επειδή, τότε (το 2016), ήταν ασαφής ο χρόνος παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων μεταξύ 5ετίας και 10 ετίας, οι εν λόγω καταθέτες εμφάνισαν και εισοδήματα που αφορούσαν σε έτη που είχαν παραγραφεί.
Το 2017 βγήκε απόφαση του ΣτΕ που περιόριζε τον χρόνο παραγραφής στην πενταετία και τότε ζήτησαν επιστροφή των φόρων και των προστίμων, για τα παραγεγραμμένα έτη αλλά η εφορία είπε «όχι», όπως και τα δικαστήρια.
Η απόφαση του ΣτΕ
Ειδικότερα, με την υπ. αρ. 559/2026 απόφασή του, το ΣτΕ έκρινε ότι η υπαγωγή στη ρύθμιση ήταν εκούσια επιλογή του φορολογουμένου και, όπως προβλέπει ο ν. 4446/2016 οι δηλώσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο της οικειοθελούς αποκάλυψης δεν ανακαλούνται.
Η ίδια διάταξη αποκλείει και την επιστροφή των φόρων που καταβλήθηκαν κατ’ εφαρμογή της ρύθμισης και ο αποκλεισμός αυτός ισχύει ακόμη και όταν ο φορολογούμενος ισχυρίζεται εκ των υστέρων ότι το δικαίωμα του Δημοσίου για έλεγχο και καταλογισμό είχε ήδη παραγραφεί.
Επίσης, η απόφαση διαχωρίζει την παραγραφή ως «άμυνα» του φορολογούμενου απέναντι στην εφορία, από την οικειοθελή υπαγωγή σε ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπου ο φορολογούμενος αποδέχεται ο ίδιος να δηλώσει και να καταβάλει φόρους.
Κοντολογίς το ΣτΕ θεωρεί ότι όποιος επέλεξε να ενταχθεί στη ρύθμιση του ν. 4446/2016 δεν μπορεί αργότερα να επικαλεστεί την παραγραφή για να ανατρέψει τις συνέπειες της επιλογής του και να ζητήσει επιστροφή των ποσών που κατέβαλε.
Οι λίστες καταθετών
Από τα πρώτα χρόνια των μνημονίων, το 2010, συμπτωματικά άρχισαν να διαρρέουν από ξένες τράπεζες (βασικά ελβετικές), λίστες που περιείχαν ονόματα καταθετών από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και Ελλήνων.
Τους συγκεκριμένους καταθέτες τους κάλεσε η εφορία για εξηγήσεις και βεβαίωσε φόρους και πρόστιμα σε όσους κατάφερε να εντοπίσει και είχαν στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ποσά που ήταν αδικαιολόγητα, με βάση τις φορολογικές τους δηλώσεις.
Κατόπιν, το 2016, με τον ν. 4446/2016 παρασχέθηκε η δυνατότητα να δηλώσουν οικειοθελώς τα ποσά των καταθέσεών τους σε ξένες τράπεζες, με δέλεαρ τη μείωση των φόρων και των προστίμων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην «Οικειοθελή Αποκάλυψη Φορολογητέας Ύλης Παρελθόντων Ετών» προέβησαν περισσότεροι από 140.000 φορολογούμενοι με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, οι οποίοι υπέβαλαν 507.677 αιτήσεις-δηλώσεις (ορισμένοι φορολογούμενοι υπέβαλαν περισσότερες από μία δηλώσεις).
Μέσω των δηλώσεων αυτών, αποκαλύφθηκαν οικειοθελώς εισοδήματα (από κάθε πηγή αλλά βασικά καταθέσεις) συνολικού ύψους 10,1 δισ. ευρώ, επί των οποίων βεβαιώθηκαν φόροι, πρόστιμα και προσαυξήσεις συνολικού ύψους 795,32 εκατ. ευρώ.
Από το ποσό αυτό, τα 377,44 εκατ. ευρώ αφορούν τις φορολογικές υποθέσεις για τις οποίες είχαν εκδοθεί εντολές ελέγχου και τα υπόλοιπα 417,88 εκατ. ευρώ αφορούν περιπτώσεις οικειοθελούς αποκάλυψης χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση εντολής διενέργειας ελέγχου.
Ο χρόνος παραγραφής
Σε πολλές περιπτώσεις, οι φόροι και τα πρόστιμα που καταλογίστηκαν αφορούσαν φορολογικά έτη, πέραν της πενταετίας, και η εφορία τα έλεγχε και καταλόγισε φόρους, καθώς θεωρούσε τις καταθέσεις «συμπληρωματικά στοιχεία» τα οποία εφόσον υπάρχουν, επεκτείνουν τον χρόνο της παραγραφής στα 10 χρόνια, από τα 5 έτη που είναι το κανονικό περιθώριο της εφορίας να ελέγξει μια υπόθεση.
Όμως, εντός του 2017, βγήκε η πρώτη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1738/2017), η οποία περιόριζε στην πενταετία τον χρόνο παραγραφής του δικαιώματος της εφορίας να ελέγξει τις τραπεζικές καταθέσεις, κρίνοντας ότι δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία και ακολούθησαν και άλλες αποφάσεις, που αφορούσαν σε λεπτομέρειες κάθε υπόθεσης.
Μετά τη γνωστοποίηση της δικαστικής απόφασης, χιλιάδες φορολογούμενοι, υπέβαλαν ανακλητικές δηλώσεις, με τις οποίες ανακαλούσαν τις δηλώσεις που είχαν υποβάλει για την ένταξη στη ρύθμιση περί οικειοθελούς αποκάλυψης εισοδημάτων, με το αιτιολογικό ότι οι συγκεκριμένες υποθέσεις τους είχαν παραγραφεί.
Συγχρόνως, ζητούσαν την επιστροφή φόρων και προστίμων που τους βεβαιώθηκαν για τα εισοδήματα με έτη αναφοράς πέραν της πενταετίας.
Τα επιχειρήματα της ΑΑΔΕ
Τόσο οι κατά τόπους ΔΟΥ όσο και η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών που προσέφυγαν απέρριψαν τα αιτήματά τους, μένοντας στα γράμμα του νόμου, ο οποίος παρέχει την ευχέρεια υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, για διόρθωση λαθών στην αρχική, αλλά όχι για επιστροφή φόρου.
Η σχετική απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ (ΠΟΛ.1115/24-07-2017) αναφέρει ότι, «σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ήδη υποβάλει δήλωση κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν.4446/2016 δύναται να υποβάλει νέα τροποποιητική (συμπληρωματική) δήλωση, χρεωστική ή μηδενική, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, επικαλούμενος τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου αυτού».
«Δεδομένου ότι με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 61 του ως άνω νόμου, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν με την ΠΟΛ.1009/19.1.2017 εγκύκλιο, οι καταβολές που διενεργούνται δυνάμει της υπαγωγής στη ρύθμιση δεν επιστρέφονται και οι σχετικές δηλώσεις δεν ανακαλούνται είτε λόγω πραγματικής είτε λόγω νομικής πλάνης, δεν δύναται να υποβληθεί εκ των υστέρων τροποποιητική (ανακλητική) δήλωση φορολογίας με σκοπό την επιστροφή καταβληθέντος φόρου».
«Αντίθετα, μπορεί να υποβληθεί τροποποιητική δήλωση με σκοπό να διορθωθούν λάθη που έχουν προκύψει κατά την υποβολή προγενέστερης δήλωσης με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προκύπτει επιστροφή καταβληθέντος φόρου».
«Επιπλέον, κατά ρητή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, στη ρύθμιση για την οικειοθελή αποκάλυψη φορολογητέας ύλης παρελθόντων ετών υπάγονται οι αρχικές ή τροποποιητικές χρεωστικές ή μηδενικές δηλώσεις».
«Επομένως, δεν δύνανται να υπαχθούν στη ρύθμιση αρχικές ή τροποποιητικές πιστωτικές δηλώσεις, έστω και αν με την τροποποιητική δήλωση πρόκειται να μειωθεί το πιστωτικό υπόλοιπο που είχε προκύψει με την αρχικώς υποβληθείσα δήλωση και ανεξάρτητα αν είχε πραγματοποιηθεί η επιστροφή του φόρου ή όχι. Εντούτοις, εμπίπτουν στις διατάξεις αυτές δηλώσεις με τις οποίες το πιστωτικό υπόλοιπο μηδενίζεται ή μετατρέπεται σε χρεωστικό».
Στη συνέχεια οι ενδιαφερόμενοι κατέφυγαν στα δικαστήρια και στο ΣτΕ, το οποίο όμως, απέρριψε τις προσφυγές τους και εφόσον πλήρωσαν φόρους με την «Οικειοθελή Αποκάλυψη Φορολογητέας Ύλης Παρελθόντων Ετών», ακόμα και αν αφορούν παραγεγραμμένα φορολογικά έτη.