Στο κεντρικό ξενοδοχείο της Ρώμης «Quirinale» παρουσιάστηκαν σήμερα φωτογραφική έκθεση και βίντεο-ντοκουμέντα από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την καταστροφή της ανθρώπινης, θρησκευτικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς. Η πρωτοβουλία με τίτλο «Οι Αντίλαλοι της Μόρφου, η αλήθεια μιας κατεχόμενης πόλης» πραγματοποιήθηκε χάρη στη συνεργασία της Κυπριακής Πρεσβείας στην Ιταλία με τον Δήμο Μόρφου.
Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν Ιταλοί φιλέλληνες, ιστορικοί, ξένοι διπλωμάτες καθώς και μέλη της ελληνικής και κυπριακής κοινότητας της Αιώνιας Πόλης. Οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν σε βάθος την ιστορική πραγματικότητα της Μεγαλονήσου μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό και παρεμβάσεις ομιλητών.
Οι επισκέπτες διαπίστωσαν πόσο ανθηρή υπήρξε η ζωή στη Μόρφου πριν από την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων και την επακόλουθη καταστροφή. Παρουσιάστηκαν εικόνες κοιμητηρίων που μετατράπηκαν σε πάρκινγκ, εκκλησιών που βεβηλώθηκαν και έγιναν τζαμιά, αλλά και η πλήρης κατάρρευση του παραγωγικού ιστού της πόλης, γνωστής κάποτε για τα εσπεριδοειδή και τα πανηγύρια της.
«Απόψε, από την Ρώμη, στέλνουμε ένα μήνυμα μνήμης αλλά και ανθρωπιάς. Το μήνυμα ότι η Κύπρος εξακολουθεί να ζητά δικαιοσύνη και ειρήνη. Όχι εκδίκηση, αλλά δικαιοσύνη, ελευθερία και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα», δήλωσε ο δήμαρχος Μόρφου, Βίκτωρας Χατζηαβραάμ.
Από την πλευρά του, ο πρέσβης της Κύπρου στην Ιταλία, Γιώργος Χριστοφίδης, σημείωσε: «Η Μόρφου συμβολίζει την ελπίδα και υπόσχεση για επιστροφή. Η επιμονή των ανθρώπων της, από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο μέχρι τον τελευταίο Μορφίτη, είναι αξιοθαύμαστη και αντανακλά τα χαρακτηριστικά όλων των Κυπρίων, προσφύγων και μη. Αντανακλά το πείσμα τους - το "κυπριακό γινάτι" - κόντρα στους συσχετισμούς δυνάμεων με την κατοχική δύναμη».
Χαιρετισμό απηύθυνε και η πρέσβης της Ελλάδας στην Ρώμη, Ελένη Σουρανή, η οποία τόνισε: «Θα ήθελα να επιβεβαιώσω ότι δεν ξεχνάμε. Δεν ξεχάσαμε ποτέ την εισβολή, τις ανθρώπινες απώλειες, τους αγνοούμενους, τις διακόσιες χιλιάδες εσωτερικούς πρόσφυγες, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο ένα τέταρτο του κυπριακού πληθυσμού. Δεν ξεχνάμε ότι το ένα τρίτο της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει υπό ξένη, στρατιωτική κατοχή».