Θετικά υποδέχθηκαν οι φορείς την πρωτοβουλία του Υπουργείου Ανάπτυξης για την «Ενδυνάμωση της προστασίας των καταναλωτών στους τομείς των συμβάσεων πιστώσεων». Το νομοσχέδιο συζητήθηκε στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, όπου εξωκοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι κλήθηκαν να εκφράσουν τις απόψεις τους. Ενσωματώνει ευρωπαϊκές οδηγίες που αφορούν την ενίσχυση της καταναλωτικής πίστης, την προστασία από ατεκμηρίωτες περιβαλλοντικές δηλώσεις και το δικαίωμα επισκευής αγαθών (right to repair). Εγκρίθηκε επί της αρχής από την πλειοψηφία της επιτροπής («υπέρ» η ΝΔ, «επιφύλαξη» ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση, Νίκη και Πλεύση Ελευθερίας, «κατά» το ΚΚΕ).
Ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, τόνισε ότι «αυτό που φέρνουμε, είναι το πιο προστατευτικό νομικό πλαίσιο στο συγκεκριμένο θέμα εφαρμογής των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον καταναλωτικό κοινό». Όπως εξήγησε, το νομοσχέδιο προβλέπει ανώτατο όριο στο συνολικό κόστος πίστωσης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 60% του ποσού του κεφαλαίου για συμβάσεις διάρκειας έως τεσσάρων ετών. «Ανεξάρτητα από το ποσοστό προσαύξησης του ΣΕΠΕ, υπάρχει πλαφόν στη συνολική επιβάρυνση, και είναι η μικρότερη σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση», υπογράμμισε.
Ο πρόεδρος του ΔΣ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, ανέφερε ότι οι ρυθμίσεις αυτές στηρίζουν τον Έλληνα καταναλωτή, καθώς ευθυγραμμίζονται με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και ενισχύουν τη διαφάνεια στην αγορά.
Ο Παναγιώτης Σγούρας, εκπροσωπώντας την Ένωση Καταναλωτών ΕΚΠΟΙΖΩ, χαρακτήρισε τις προβλέψεις του νομοσχεδίου σημαντικές, αλλά ζήτησε την αντικατάσταση του ΣΕΠΕ με το μέσο επιτόκιο καταναλωτικής πίστης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προκειμένου να περιοριστεί το συνολικό κόστος και να αποφευχθούν φαινόμενα υπερχρέωσης.
Η Άννα Τσούνια, διευθύντρια της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, επισήμανε ότι η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας για την καταναλωτική πίστη αποτελεί σημαντική μεταρρύθμιση που προάγει τη διαφάνεια, την υπεύθυνη δανειοδότηση και την ενημερωμένη λήψη αποφάσεων από τους πολίτες.
Θέσεις τραπεζών και φορέων αγοράς
Η Χαρούλα Απαλαγάκη, αν. γενική διευθύντρια της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ), τάχθηκε υπέρ της μεταφοράς της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι διατάξεις θα πρέπει να αφορούν αποκλειστικά τις ενεργές ενήμερες καταναλωτικές συμβάσεις.
Η αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, Χαρίκλεια Νικολοπούλου, εξέφρασε τη σύμφωνη γνώμη της για τις ρυθμίσεις που σχετίζονται με την Ε.Α., όπως η «προηγούμενη έγκριση δικαστικής αρχής για ελέγχους σε μη επαγγελματικούς χώρους» και η «επιβολή προστίμων σε περίπτωση μη προσέλευσης σε κατάθεση».
Ο Άγγελος Πιλάτης, από την καταναλωτική οργάνωση ΙΝΚΑ/ΓΟΚΕ, σχολίασε ότι το νομοσχέδιο, παρά τις θετικές προθέσεις, «έρχεται στο Κοινοβούλιο με αδικαιολόγητη καθυστέρηση». Επανέλαβε επίσης τη θέση της ΟΚΕ που θεωρεί υπερβολικό το πλαφόν 60-65%, χαρακτηρίζοντάς το «νομιμοποίηση της αισχροκέρδειας».
Η νομική σύμβουλος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΟΕΕ), Γεωργία Αγγελιδάκη, σημείωσε ότι οι νέες υποχρεώσεις επιβαρύνουν διοικητικά και οικονομικά τις επιχειρήσεις, ζητώντας μεταβατικό διάστημα έως το τέλος του έτους.
Τέλος, ο Απόστολος Σίσκος, μέλος του ΔΣ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ), πρότεινε την αποφυγή πρόσθετων εθνικών απαιτήσεων πέραν του ενωσιακού πλαισίου, την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος πιστοποίησης βιωσιμότητας.