Λίγα πλεονεκτήματα και πολλά μειονεκτήματα και παγίδες έχει η επιλογή της υποβολής χωριστών φορολογικών δηλώσεων από ζευγάρια φορολογουμένων και απαιτείται στάθμιση των δεδομένων πριν αποφασίσουν οι υπόχρεοι.
Η πλατφόρμα της ΑΑΔΕ για το «διαζύγιο αλά… ΑΑΔΕ» άνοιξε και θα παραμείνει, φέτος, ανοιχτή έως τις 2 Μαρτίου, για όσους επιθυμούν να διαχωρίσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις από το έτερον ήμισυ.
Σύμφωνα με τον νέο Οδηγό της ΑΑΔΕ η γνωστοποίηση για την υποβολή χωριστών φορολογικών δηλώσεων γίνεται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής στον διαδικτυακό τόπο www.aade.gr, εφόσον υποβληθεί δήλωση έως τις 2 Μαρτίου 2026.
Η δήλωση δεν μπορεί να ανακληθεί μετά τις 2 Μαρτίου, αλλά εάν η δήλωση υποβληθεί νωρίτερα, π.χ. 20 Ιανουαρίου μπορεί να ανακληθεί έως τις 2 Μαρτίου, από οποιονδήποτε από τους συζύγους ή και τους δύο.
Όσοι είχαν υποβάλει αίτημα πέρυσι ή τα προηγούμενα χρόνια για χωριστές δηλώσεις, ισχύει και για φέτος εκτός και αν μέχρι τις 2 Μαρτίου ανακαλέσουν την επιλογή τους.
Τονίζεται, πως κάθε χρόνο, περίπου 25.000 ζευγάρια επιλέγουν να υποβάλουν χωριστές φορολογικές δηλώσεις.
Τα πλεονεκτήματα
Οι χωριστές δηλώσεις διευκολύνουν ζευγάρια, που έχουν διαφορετική φορολογική κατοικία ή έχουν ξεχωριστές οικονομικές υποχρεώσεις και κάθε σύζυγος επιθυμεί να διαχειρίζεται χωριστά τα εισοδήματά του και τις φορολογικές του υποχρεώσεις.
Το βασικό πλεονέκτημα των χωριστών δηλώσεων είναι ο διαχωρισμός των οφειλών προς την εφορία που προκύπτουν από τις φορολογικές δηλώσεις.
Εάν υφίστανται οφειλές προς το δημόσιο, η φορολογική ενημερότητα ενός συζύγου δεν επηρεάζεται από τυχόν οφειλές του άλλου.
Παράλληλα, στις χωριστές δηλώσεις, αν ένας σύζυγος έχει επιστροφή φόρου και ο άλλος χρέη, η επιστροφή δεν συμψηφίζεται με την οφειλή του άλλου συζύγου.
Τα μειονεκτήματα και οι παγίδες
Ωστόσο, η επιλογή απαιτεί προσοχή, καθώς τα ζευγάρια που θα επιλέξουν χωριστές δηλώσεις, μπορεί να αντιμετωπίσουν τους ακόλουθους κινδύνους:
- Στις χωριστές δηλώσεις φόρου εισοδήματος συζύγων δεν υφίσταται η έννοια του οικογενειακού εισοδήματος για την κάλυψη των επιμέρους τεκμηρίων καθενός εκ των συζύγων, καθώς τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης βαρύνουν τον κάθε σύζυγο ατομικά.
- Δεν υπάρχει η δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, από τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Δηλαδή ο σύζυγος, που δεν καλύπτει τις τεκμαρτές δαπάνες που τον βαρύνουν, δεν μπορεί να επικαλεστεί τα εισοδήματα των προηγουμένων οικονομικών ετών που είχαν ως «φορολογικό ζευγάρι» τα προηγούμενα χρόνια, παρά μόνο δικά του εισοδήματα.
- Στα ζευγάρια που υποβάλουν κοινές φορολογικές δηλώσεις, οι αποδείξεις των e-αγορών μετρούν συνολικά και αν κάποιος σύζυγος έχει περίσσευμα και ο άλλος έλλειμμα, το ποσό μεταφέρεται στον άλλο σύζυγο και αποφεύγεται έτσι η επιβολή του προστίμου ύψους 22% επί της διαφοράς των αποδείξεων που λείπουν. Στις χωριστές φορολογικές δηλώσεις δεν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς υπολειπόμενου ποσού αποδείξεων από τον ένα σύζυγο στον άλλο.
- Στην περίπτωση υποβολής χωριστών δήλωσης από εγγάμους, το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης ανέρχεται σε 3.000 ευρώ για κάθε σύζυγο, ενώ στην περίπτωση υποβολής κοινής δήλωσης ισχύει ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης 5.000 ευρώ και για τους δύο (2.500 ευρώ για τον καθένα).
- Τα τέκνα που προέρχονται από κοινό γάμο καθώς και τα αναγνωρισμένα τέκνα, δηλώνονται ως εξαρτώμενα μέλη και από τους δύο συζύγους, αλλά ο γονέας με το υψηλότερο εισόδημα δηλώνει και το εισόδημα των ανήλικων τέκνων, κάτι που μπορεί να αυξήσει τη φορολογική επιβάρυνση. Στην περίπτωση που ένας εκ των δύο γονέων έχει τη γονική μέριμνα το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στα εισοδήματα του γονέα αυτού.
Όταν υπάρχουν ακίνητα
Παράλληλα η ΑΑΔΕ με τον οδηγό που εξέδωσε χθες διευκρινίζει και τα ακόλουθα:
- Οι σύζυγοι υποχρεούνται να υποβάλουν χωριστά φορολογικές δηλώσεις χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση στην Α.Α.Δ.Ε., εφόσον έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης ή ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούμενος. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ενημέρωση του Τμήματος Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ με τις παραπάνω μεταβολές.
- Στις περιπτώσεις υποβολής χωριστών δηλώσεων, η κύρια κατοικία δηλώνεται από τον κάθε σύζυγο στον πίνακα 5 του εντύπου Ε1 στους αντίστοιχους κωδικούς κύριας κατοικίας. Ο κάθε σύζυγος συμπληρώνει το ποσοστό ιδιοκτησίας του σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας, το ποσοστό του ως μισθωτής σε περίπτωση μισθωμένης κατοικίας και το ποσοστό της δωρεάν παραχώρησης, αντίστοιχα.
- Ο σύζυγος που δεν διαθέτει καθόλου ποσοστό συνιδιοκτησίας ή χρήσης, συμπληρώνει στον πίνακα 6 την ένδειξη «συνοίκηση με σύζυγο».
- Σε κάθε περίπτωση υποβολής κοινής δήλωσης από εγγάμους, που έχουν από κοινού εξαρτώμενα τέκνα με τουλάχιστον 67% αναπηρία τα οποία δεν υποβάλλουν ατομικές δηλώσεις, οι κωδικοί 005-006 του πίνακα 3 στους οποίους πρέπει να αναγραφεί ο αριθμός των τέκνων αυτών για την εξασφάλιση της μείωσης του φόρου συμπληρώνονται μόνο από τον σύζυγο κι αν ο φόρος του δεν επαρκεί για να αφαιρεθεί ολόκληρο το ποσό της έκπτωσης, τότε το ποσό αυτό πιστώνεται, κατά την εκκαθάριση της δήλωσης, στον φόρο της συζύγου ή του άλλου μέρους του συμφώνου συμβίωσης.
- Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία έγγαμοι φορολογούμενοι έχουν επιλέξει να υποβάλουν χωριστές δηλώσεις και έχουν από κοινού εξαρτώμενα τέκνα με αναπηρία τουλάχιστον 67%, τα οποία δεν υποβάλλουν ατομικές δηλώσεις, η μείωση φόρου πραγματοποιείται άπαξ, μόνο σε έναν σύζυγο, χωρίς να μεταφέρεται το δικαίωμα πίστωσης φόρου στον άλλο σύζυγο.
- Σε περίπτωση υποβολής χωριστών δηλώσεων, τα τέκνα που προέρχονται από κοινό γάμο καθώς και τα αναγνωρισμένα τέκνα πρέπει να δηλώνονται ως εξαρτώμενα μέλη και από τους δύο συζύγους, ώστε και οι δύο εφόσον είναι μισθωτοί ή συνταξιούχοι να δικαιούνται αφορολόγητο προσαυξημένο με βάση τον αριθμό των τέκνων.