Ιδιαίτερα θετική για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών εμφανίζεται η Jefferies, η οποία επαναλαμβάνει τη σύσταση «Buy» για το σύνολο των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, εκτιμώντας ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα λειτουργεί σήμερα σε ένα από τα πλέον ελκυστικά μακροοικονομικά περιβάλλοντα στην Ευρώπη.
Όπως αναφέρει η Jefferies, οι ελληνικές τράπεζες δραστηριοποιούνται σε ένα από τα πλέον ελκυστικά μακροοικονομικά περιβάλλοντα στην Ευρώπη, το οποίο έχει αποδειχθεί ανθεκτικό παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες. Ο οίκος αναφέρει και τις δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρα πως «η Ελλάδα έχει μετατοπίσει το επίκεντρό της από την ανάκαμψη στη στρατηγική επιτάχυνση».
Καθώς οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές διαπραγματεύονται με έκπτωση περίπου 15% έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, ο οίκος επαναλαμβάνει τη σύσταση «Αγορά» και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.
Σύμφωνα με τον αμερικανικό επενδυτικό οίκο, η συνεχής βελτίωση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί τον βασικό πυλώνα του επενδυτικού αφηγήματος για τον τραπεζικό κλάδο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης σε όρους ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας και πιστωτικής επέκτασης, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για τη διατήρηση της κερδοφορίας των τραπεζών τα επόμενα χρόνια.
Η Jefferies επισημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι 1,4% στην Ευρωζώνη, καταγράφοντας την πέμπτη συνεχόμενη χρονιά υπεραπόδοσης. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η τάση αυτή συνεχίστηκε, με την ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται με ρυθμό 2%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώθηκε μόλις στο 0,7%.
Η δυναμική αυτή αναμένεται να διατηρηθεί και τα επόμενα χρόνια, με βασικούς μοχλούς την αύξηση των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Η Ελλάδα ήταν μία από τις μόλις πέντε ευρωπαϊκές χώρες που κατέγραψαν δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2025, ύψους 1,7% του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος 3,1% στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 4,9% του ΑΕΠ, ενώ τα φορολογικά έσοδα συνεχίζουν να υπερβαίνουν τους στόχους του προϋπολογισμού.
Η Jefferies χαρακτηρίζει ως ιστορικής σημασίας την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από το καθεστώς παρακολούθησης μακροοικονομικών ανισορροπιών, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης χρέους πριν από 16 χρόνια. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τον οίκο, σαφή ένδειξη της θεαματικής βελτίωσης της ελληνικής οικονομίας και ενισχύει περαιτέρω την επενδυτική εικόνα της χώρας.
Στο τραπεζικό μέτωπο, η πιστωτική επέκταση παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Ο συνολικός ρυθμός αύξησης των χορηγήσεων διαμορφώθηκε στο 8% τον Απρίλιο, με τις επιχειρηματικές χορηγήσεις να αυξάνονται κατά 11%, ποσοστά σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Jefferies εκτιμά ότι η επιχειρηματική πίστη θα συνεχίσει να υπεραποδίδει μεσοπρόθεσμα, στηρίζοντας τα έσοδα και την κερδοφορία των τραπεζών.
Παράλληλα, οι επενδύσεις στην Ελλάδα εξακολουθούν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, καθώς μετά την άνοδο κατά 8,9% το 2025 αναμένεται νέα αύξηση 8,8% το 2026. Ωστόσο, το επίπεδο των επενδύσεων εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης και ανάπτυξης.
Καθοριστικό ρόλο εξακολουθούν να διαδραματίζουν και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF). Παρά το γεγονός ότι η περίοδος υπογραφής νέων συμβάσεων ολοκληρώνεται το 2026, η Jefferies τονίζει ότι η εκταμίευση δανείων και η χρηματοδότηση επενδυτικών έργων μέσω των τραπεζών θα συνεχιστούν και μετά το 2026.
Από τα συνολικά 18 δισ. ευρώ που δικαιούται η Ελλάδα, έχουν μέχρι στιγμής εκταμιευθεί μόλις 5,8 δισ. ευρώ προς τους τελικούς δικαιούχους, γεγονός που αφήνει σημαντικό περιθώριο περαιτέρω πιστωτικής επέκτασης τα επόμενα χρόνια.
Με τις ελληνικές τράπεζες να διαπραγματεύονται, σύμφωνα με τη Jefferies, με έκπτωση περίπου 15% έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, ο οίκος θεωρεί ότι η αγορά δεν αποτιμά πλήρως τις βελτιωμένες μακροοικονομικές προοπτικές της χώρας. Για τον λόγο αυτό διατηρεί θετική στάση για τον κλάδο, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα έχει περάσει πλέον από τη φάση της ανάκαμψης σε μια νέα περίοδο διατηρήσιμης ανάπτυξης