Η νέα γαλλική νομοθεσία για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, η οποία υιοθετήθηκε στις 7 Μαΐου, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή στην Αθήνα ορισμένων από τα θραύσματα του Παρθενώνα που φυλάσσονται στο Λούβρο, υποστηρίζει σε άρθρο της στη γαλλική εφημερίδα Le Monde η δικηγόρος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS), Κατερίνα Τιτή.
Η ερευνήτρια σημειώνει ότι, παρά τη δημόσια δέσμευση του προέδρου Μακρόν το 2017 για επιστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της υποσαχάριας Αφρικής, οι λεηλατημένες αρχαιότητες από άλλες περιοχές, όπως η Ελλάδα, η Αίγυπτος ή η Ρώμη, παραμένουν ένα «ταμπού» ζήτημα στη Γαλλία. Όπως αναφέρει, η οριστική υιοθέτηση του νέου νόμου χαρακτηρίστηκε ιστορική, ωστόσο θέτει σαφείς περιορισμούς. Ο πρώτος αφορά το χρονικό όριο του 1815, καθώς μόνο οι παράνομες αποκτήσεις μετά από αυτή τη χρονολογία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Ο δεύτερος περιορισμός αφορά εξαιρέσεις για έργα που αποκτήθηκαν μέσω συμφωνιών διαμοιρασμού ευρημάτων ή για επιστημονικούς σκοπούς.
Η Κατερίνα Τιτή επισημαίνει ότι για να αξιολογηθεί η εμβέλεια του νόμου απαιτείται εις βάθος έρευνα της προέλευσης κάθε αντικειμένου, κάτι που συχνά δυσχεραίνεται λόγω έλλειψης διαθέσιμων πληροφοριών. Ενδεικτικά, εξετάζει την περίπτωση των θραυσμάτων του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου, τα οποία, όπως αναφέρει, περιλαμβάνουν τόσο επιβεβαιωμένα όσο και πιθανολογούμενα τμήματα του μνημείου.
Τα θραύσματα του Παρθενώνα στο Λούβρο
Σύμφωνα με το άρθρο, δύο από τα θραύσματα «ανακαλύφθηκαν» το 1788 και το 1789 από τον Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάο Φοβέλ, ζωγράφο και διπλωμάτη, ο οποίος ενεργούσε τότε για λογαριασμό του Γάλλου πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Φοβέλ είχε λάβει σαφείς οδηγίες να συλλέξει ό,τι μπορούσε από την Αθήνα, ακόμη και με αμφιλεγόμενα μέσα.
Όταν έφτασε στη Γαλλία, το πρώτο θραύσμα, γνωστό ως «πλάκα με τις Εργαστίνες», κατασχέθηκε το 1792 και εντάχθηκε στη δημόσια περιουσία πριν από το όριο του 1815. Το δεύτερο, μια μετόπη που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία Λαπιθίδα, αποκτήθηκε το 1818, γεγονός που, σύμφωνα με την ερευνήτρια, το καθιστά υποψήφιο για επιστροφή βάσει του νέου νόμου. Άλλα θραύσματα, όπως κεφαλές από μετόπες ή τη ζωφόρο, εισήλθαν στη συλλογή του Λούβρου μεταγενέστερα, μεταξύ 1880 και 1927.
Νομικές προϋποθέσεις και ερμηνείες
Η ελληνίδα δικηγόρος τονίζει ότι μόνο ένα αρχιτεκτονικό θραύσμα είχε αποτελέσει δωρεά πριν από το 1815, κάτι που ενισχύει την πιθανότητα αρκετά από τα υπόλοιπα να εμπίπτουν στον νέο νόμο. Θέτει επίσης το ερώτημα αν η νομοθεσία καλύπτει αντικείμενα που λεηλατήθηκαν πριν από το 1815 αλλά εντάχθηκαν στη δημόσια περιουσία μετά. Όπως εξηγεί, ο νόμος θεωρεί παράνομη όχι μόνο την απόκτηση μέσω κλοπής, αλλά και τη μεταβίβαση από άτομο που δεν είχε δικαίωμα διάθεσης. Συνεπώς, η κρίσιμη ημερομηνία θα μπορούσε να είναι η ένταξη του αντικειμένου στη δημόσια συλλογή.
Αναφορικά με την «πλάκα με τις Εργαστίνες», η επιστροφή της δεν μπορεί να βασιστεί στον νέο νόμο λόγω της προγενέστερης χρονολογίας απόκτησης. Ωστόσο, η επιστροφή θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω ειδικού νόμου, όπως έχει συμβεί σε άλλες περιπτώσεις.
Η προοπτική επιστροφής και η διεθνής διάσταση
Η Κατερίνα Τιτή υπογραμμίζει ότι η διαδικασία δεν είναι αυτόματη, καθώς απαιτείται η έγκριση του ίδιου του Λούβρου ή άλλων εθνικών μουσείων για την αποδέσμευση αντικειμένων από τις συλλογές τους. Παρά τις αβεβαιότητες, η ερευνήτρια διαπιστώνει ότι υπάρχει πλέον πολιτική βούληση για αλλαγή, με τη Γαλλία να ακολουθεί το παράδειγμα χωρών όπως η Ολλανδία, που το 2020 υιοθέτησε ανάλογη πολιτική για τις επιστροφές πολιτιστικών αγαθών.
Καταλήγοντας, σημειώνει ότι η Γαλλία, που διατηρεί στενούς δεσμούς φιλίας με την Ελλάδα, θα μπορούσε να προχωρήσει σε επιστροφή θραυσμάτων του Παρθενώνα πέρα από το αυστηρό πλαίσιο του νόμου, ακολουθώντας το παράδειγμα του Βατικανού, της Ιταλίας και του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Η ίδια θεωρεί απαραίτητο να εξετάζεται με κριτικό τρόπο η προέλευση όλων των έργων στις δημόσιες συλλογές, είτε πρόκειται για αποικιακά είτε για αρχαιολογικά αντικείμενα.