Αρνούμενοι τις κατηγορίες που τους αποδίδονται, απολογήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ο Δημήτρης Μελάς, επικεφαλής του ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο 2021-2022 και νωρίτερα αντιπρόεδρος, καθώς και η πρώην διευθύντρια Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων του Οργανισμού, Αθανασία Ρέππα.
Οι δύο πρώην επιτελικοί του φορέα αγροτικών πληρωμών παρουσίασαν στο δικαστήριο τον αντίλογό τους έναντι των κατηγοριών για υπεξαγωγή εγγράφου, υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος από κοινού.
Η δίκη, που πλέον εισέρχεται στην τελική ευθεία για την ετυμηγορία, ξεκίνησε τον περασμένο Οκτώβριο με πρώτη μάρτυρα την υπάλληλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, Παρασκευή Τυχεροπούλου.
Η μάρτυρας το 2020, ως υπεύθυνη για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά του Εθνικού Αποθέματος, διενήργησε ελέγχους κατ’ εντολή του τότε προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ, Γρηγόρη Βάρρα, λόγω υποψιών για καταχρηστικές δηλώσεις σε βοσκοτόπια. Σύμφωνα με την κατηγορία, τα ευρήματα του ελέγχου δεν απεστάλησαν στη Δικαιοσύνη, όπως είχε ορίσει ο κ. Βάρρας, αν και διαπιστώθηκαν σοβαρές παρατυπίες για συγκεκριμένα ΑΦΜ.
«Το όνομά μου βρίσκεται στη δίνη αρνητικής δημοσιότητας. Είναι πολύ άδικο και θα αποδειχθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, ότι από κάποιους επιχειρήθηκε 'δολοφονία χαρακτήρα'», δήλωσε ο Δημήτρης Μελάς κατά την απολογία του.
Ο κ. Μελάς επικαλέστηκε σειρά εγγράφων, κάνοντας λόγο για «υπερεντατικοποίηση των ελέγχων» επί της θητείας του, με υπέρβαση του διαθέσιμου προσωπικού. Υποστήριξε ότι ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα και απέρριψε την κριτική περί δημιουργίας «φραξιών» εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αναφερόμενος στον τότε πρόεδρο του Οργανισμού, Γρηγόρη Βάρρα, ο κ. Μελάς σημείωσε πως, αν υπήρχε πρόβλημα συνεργασίας, θα έπρεπε να είχε υπάρξει απευθείας επικοινωνία. «Εγώ, αν είχα πρόβλημα με τον αντιπρόεδρό μου, θα του μιλούσα ή θα πήγαινα στον υπουργό μου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Για τη μετακίνηση της Παρασκευής Τυχεροπούλου στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για υποβάθμιση, αλλά για θέση «ζωτικής σημασίας», ισόβαθμη και χωρίς μείωση μισθού. Όπως είπε, η απόφαση ελήφθη μετά από παράπονα στη διεύθυνση όπου υπηρετούσε.
Αναφορικά με την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφων, ο κ. Μελάς σημείωσε ότι «θα ήταν κουτό κάποιος να σκεφτεί να υπεξαγάγει ή να κρύψει φάκελο που μπορούσε να αναζητηθεί στο σύστημα». Τόνισε ότι όλα τα γραφεία είχαν πρόσβαση στα σχετικά αρχεία.
Για την παράβαση καθήκοντος, ανέφερε πως προτεραιότητα ήταν η ύπαρξη ισχυρών στοιχείων πριν από κάθε διαβίβαση στην Εισαγγελία, προσθέτοντας ότι είχε ήδη καταθέσει πέντε μηνυτήριες αναφορές για «εξόφθαλμες» περιπτώσεις απάτης.
Ο κατηγορούμενος επεσήμανε ότι «ουδέποτε το όνομά μου ενεπλάκη σε οποιαδήποτε διαδικασία, ούτε καν ως μομφή δημοσιογραφική» και ότι «λειτούργησα πάντα στο πλαίσιο της νομιμότητας».
Στην απολογία της, η κ. Ρέππα ανέφερε ότι από το 2018 παρατηρήθηκε «ασυνήθιστη αύξηση μεγάλων εκτάσεων» και εισηγήθηκε ελέγχους για το Εθνικό Απόθεμα του 2017. Αναφέρθηκε στην έκθεση Τυχεροπούλου, σημειώνοντας ότι τη χρέωσε στο αρμόδιο τμήμα και διαπίστωσε «ασάφειες» και «ελλείψεις ως προς τα συνημμένα».
Όπως εξήγησε, η μη σαφής εντολή ελέγχου και η αποκλειστική υπογραφή της συντάκτριας «αφήνουν περιθώρια διακριτικής μεταχείρισης και αδιαφάνειας». Ενημέρωσε τον κ. Μελά για τις παρατηρήσεις της και, εν αναμονή πρόσθετου υλικού, διαβίβασε την έκθεση στη Διεύθυνση Τεχνικών Ελέγχων για περαιτέρω μελέτη.
Η κατηγορούμενη επισήμανε ότι ο οργανισμός αντιμετώπιζε αυξανόμενες απαιτήσεις με ανεπαρκές ανθρώπινο δυναμικό, καθώς η Διεύθυνση Τεχνικών Ελέγχων λειτουργούσε με μόλις τρεις υπαλλήλους, παρά τον νευραλγικό της ρόλο.