Στους ουραγούς των παροχών με κάρτες σίτισης βρίσκεται η Ελλάδα, με την χώρα να βρίσκεται ακόμη σε επίπεδα… 2004, και την ΓΣΕΒΕΕ να καλεί να αυξηθούν τα όρια, ώστε το μέτρο να αποκτήσει μεγαλύτερη διείσδυση στις ελληνικές επιχειρήσεις.
Η ΓΣΕΒΕΕ ζητάει την αύξηση τόσο του αφορολόγητου ορίου όσο και του ημερησίου ορίου της παροχής σίτισης ώστε περισσότερες επιχειρήσεις να μπορούν να την εντάξουν στις πρόσθετες παροχές προς τους εργαζομένους τους.
Ένα εργαλείο το οποίο αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, ενώ δίνει παράλληλα μια σημαντική πρόσθετη παροχή, χωρίς το υψηλό κόστος που φέρνει μια αντίστοιχη αύξηση μισθού, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΓΣΕΒΕΕ Κ. Καββαθά που τόνισε ότι «θεωρούμε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή η Πολιτεία να εξετάσει την αύξηση του συγκεκριμένου ποσού».
Όπως ανέφερε στην παρουσίαση της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από την Edenred για το εργαλείο της κάρτας σίτισης, ο κ. Καββαθάς τόνισε πως «ήδη από τον Δεκέμβριο είχαμε προτείνει η ημερήσια παροχή να αυξηθεί από τα 6 στα 8 ευρώ.
Ωστόσο, με τα σημερινά δεδομένα και την περαιτέρω αύξηση του κόστους ζωής, θεωρούμε ότι μια παροχή ύψους 10 ευρώ ημερησίως ανταποκρίνεται περισσότερο στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων».
Ανάγκη για αύξηση των ορίων
Σύμφωνα με την διευθύνουσα σύμβουλο της Edenred Μαρία Βερούχη, «μια αύξηση της ημερήσιας παροχής από τα 6 στα 8 ευρώ» δεν θα είχε υψηλότερο των 20 εκατ. ευρώ δημοσιονομικό κόστος, την ίδια στιγμή που η αύξηση της παροχής θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη κατανάλωση και συνεπώς σε αυξημένα φορολογικά έσοδα μέσω του ΦΠΑ.
Όπως τόνισε η κ. Βερούχη, η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στους ουραγούς της Ευρώπης ως ποσοστό της μηνιαίας παροχής σίτισης σε σχέση με τον κατώτατο μισθό.
Είναι χαρακτηριστικό πως το ποσοστό έχει μείνει σταθερό από το 2004 όταν και ο βασικός μισθός ήταν στα 540,66 ευρώ.
«Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη ο μέσος όρος βρίσκεται περίπου στο 20% του κατώτατου μισθού», με ορισμένες χώρες να κινούνται στο 18% και άλλες ακόμη και στο 24% ανέφερε. «Στην Ελλάδα, μετά και τις τελευταίες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, η αντίστοιχη αναλογία διαμορφώνεται περίπου στο 12%» σημείωσε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η χώρα μας υπολείπεται αισθητά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
«Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι ήρθε η ώρα να αναθεωρηθεί το ισχύον όριο, ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές οικονομικές συνθήκες και στο αυξημένο κόστος διαβίωσης».
Για την αύξηση του ορίου του φορολογικού καθεστώτος ο κ. Καββαθάς επισήμανε ότι το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς της παροχής σίτισης αποτελεί ισχυρό κίνητρο για τις επιχειρήσεις, με την σημασία των φορολογικών κινήτρων να γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη την καθημερινότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
«Οι επιχειρηματίες γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοί τους, καθώς πολλές φορές βιώνουν και οι ίδιοι τις ίδιες οικονομικές πιέσεις.
Θέλουν να στηρίξουν το προσωπικό τους και να προσφέρουν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ωστόσο, η πρόθεσή τους συχνά περιορίζεται από τα όρια που θέτει η βιωσιμότητα της ίδιας της επιχείρησης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ενισχύεται το εισόδημα των εργαζομένων χωρίς επιβαρύνσεις
Η κ. Βερούχη υπογράμμισε ότι «οι εταιρικές παροχές δεν αποτελούν πλέον απλά μια πρόσθετη παροχή προς τους εργαζομένους. Αποτελούν μια στρατηγική επένδυση που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα των ανθρώπων τους και δημιουργεί ευρύτερη αξία για την οικονομία».
Ενώ επισήμανε πως σε μια περίοδο όπου η αύξηση της παραγωγικότητας και η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων αποτελούν κοινές προτεραιότητες, «η παροχή σίτισης μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο».
Από την πλευρά του, ο κ. Καββαθάς, ανέφερε ότι «πρόκειται για πολιτικές που ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, βελτιώνουν την καθημερινότητά τους και παράλληλα δίνουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να στηρίξουν τους ανθρώπους τους χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση».
Υπογράμμισε επίσης ότι η παροχή σίτισης αποτελεί ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία για την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, καθώς ακόμη και όταν αυξάνονται οι αποδοχές των εργαζομένων, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά τους περιορίζεται από τον πληθωρισμό, το ενεργειακό κόστος και το αυξημένο κόστος στέγασης.
Κάτι που επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της Edenred, με την μέση αξία αγορών των κατόχων καρτών σίτισης είναι περίπου 25% υψηλότερη από τη μέση αξία αγορών του γενικού καταναλωτικού κοινού.
«Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο ποσό μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για αγορές τροφίμων, γευμάτων, καφέ ή άλλων σχετικών προϊόντων και δεν διοχετεύεται σε άλλες καταναλωτικές ανάγκες», ανέφερε η διευθύνουσα σύμβουλος της Edenred.
Ωστόσο ο κ. Καββαθάς σημείωσε πως «δεν υποστηρίζουμε ότι η παροχή σίτισης αποτελεί τη μοναδική λύση».
Σημαντικό εργαλείο στήριξης των εργαζομένων
Οι κάρτες σίτισης αναδεικνύονται σε σημαντικό εργαλείο στήριξης των εργαζομένων και ενίσχυσης των επιχειρήσεων. Η μελέτη δείχνει ότι η παροχή σίτισης δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως πρόσθετο benefit, αλλά ως μέσο αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής.
Τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις προσφέρουν κάποια πρόσθετη παροχή στο προσωπικό τους, με τις κάρτες και διατακτικές σίτισης να αποτελούν τη συνηθέστερη επιλογή.
Σχεδόν έξι στις δέκα επιχειρήσεις που παρέχουν benefits χορηγούν παροχή σίτισης σε όλους ή σε μέρος των εργαζομένων τους.
Για τους εργαζομένους, η παροχή λειτουργεί ως πρακτική οικονομική ανάσα: πάνω από τους μισούς δηλώνουν ότι τους βοηθά να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για τρόφιμα, να μειώνουν το άγχος για τις καθημερινές δαπάνες διατροφής και να οργανώνουν καλύτερα την καθημερινότητά τους.
Μια πιθανή αύξηση της παροχής, σύμφωνα με τις απαντήσεις, θα κατευθυνόταν κυρίως στην αγορά πρώτων υλών και στην κάλυψη καθημερινών γευμάτων, όχι στην αύξηση της κατανάλωσης έτοιμου φαγητού.
Από την πλευρά των εργοδοτών, βασικό κίνητρο είναι η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, ενώ ακολουθούν τα φορολογικά οφέλη, η διατήρηση προσωπικού και η ενίσχυση της εταιρικής κουλτούρας.
Η έρευνα καταγράφει, ωστόσο, και εμπόδια. Το σημαντικότερο είναι η ελλιπής ενημέρωση των επιχειρήσεων για τον τρόπο λειτουργίας και τα οφέλη των καρτών σίτισης, ενώ ακολουθεί η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα.